To «Confessions II», που κυκλοφόρησε τα μεσάνυχτα της 3ης Ιουλίου από τη Warner, με την οποία είχε διακόψει τη συνεργασία της το 2007, μοιάζει πιο πολύ με προσπάθεια να ξαναζήσει τα ξέφρενα νιάτα της στη Νέα Υόρκη.
Έχουν περάσει σαράντα τέσσερα χρόνια απ’ όταν η Μαντόνα πλησίασε την Ντέμπι Μαζάρ στο νάιτ κλαμπ Danceteria της Νέας Υόρκης, όπου η δεύτερη δούλευε πριν γίνει ηθοποιός. Της ζήτησε να χορέψουν, έγιναν φίλες και μετά την έπεισε να δώσει μια ντέμο κασέτα της στον ντιτζέι του μαγαζιού. Κάπως έτσι, προέκυψε το δισκογραφικό της συμβόλαιο με τη Warner. Μέχρι τότε, η γυναίκα που θα εξελισσόταν σε «βασίλισσα της ποπ» ήταν απλώς ένα υπερφιλόδοξο και τολμηρό κορίτσι μεσοαστικής καταγωγής από το Ντιτρόιτ, που είχε φτάσει στο Μεγάλο Μήλο θέλοντας να γίνει «κάποια». Αυτό αρχικά το είχε προσπαθήσει κάνοντας μπαλέτο και σύγχρονο χορό μεταξύ άλλων, μαθήτευσε στο πλάι της Μάρθα Γκράχαμ. Και όταν παράτησε τις σπουδές της, ξεκίνησε να δουλεύει ως χορεύτρια, μοντέλο, ηθοποιός και τραγουδίστρια, πρώτα στις μπάντες Breakfast Club και Emmy, μετά σόλο.

Τα πρώτα της τραγούδια με τη Warner γνώρισαν επιτυχία κυρίως στα γκέι κλαμπ και στα dance charts. Κυκλοφόρησαν το 1982, όταν η Μαντόνα ήταν ακόμη ζευγάρι με τον Ζαν Μισέλ Μπασκιά και έκανε παρέα με τον Κιθ Χάρινγκ. Σούπερ σταρ θα γινόταν με το δεύτερο άλμπουμ της, το «Like a Virgin» του 1984. Η συνέχεια είναι γνωστή. Χωρίς να διαθέτει φωνή με τεράστιες δυνατότητες, όπως οι σύγχρονές της Σελίν Ντιόν και Γουίτνεϊ Χιούστον, εξελίχθηκε σε φαινόμενο· ενδεχομένως, στην πιο επιδραστική τραγουδίστρια στην ιστορία της ποπ. Και φέτος το καλοκαίρι, μετά μια μακρά περίοδο χωρίς «χιτ», αποφάσισε να βγάλει ένα δίσκο που αναβιώνει το zeitgeist της Danceteria.
Ενα από τα κομμάτια-διαμάντια είναι το «My Sins Are My Savior», στο οποίο συμμετέχει ο Βέλγος Stromae και περιλαμβάνει samples από τη Eurodance επιτυχία της δεκαετίας του ’90 «My Army of Lovers».
To «Confessions II», που κυκλοφόρησε τα μεσάνυχτα της 3ης Ιουλίου από τη Warner, με την οποία είχε διακόψει τη συνεργασία της το 2007, μοιάζει πιο πολύ με προσπάθεια να ξαναζήσει τα ξέφρενα νιάτα της στη Νέα Υόρκη, παρά με σίκουελ του άλμπουμ της «Confessions on a Dancefloor» του 2005, όπως πλασάρεται. Και αυτό είναι κάτι που η Μαντόνα δικαιούται να κάνει, κόντρα στα αρνητικά σχόλια για το πώς διαχειρίζεται -με αισθητικές επεμβάσεις που έχουν αλλάξει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, φίλτρα στο Instagram και πολύ photoshop- τη φθορά του χρόνου πάνω της. Κόντρα και στο ότι έχει γίνει εμφανές ότι δεν μπορεί, πια, να χορεύει όπως χόρευε κάποτε, στη συναυλία που έδωσε στις αρχές του Ιουνίου στην Τάιμς Σκουέρ την είδαμε να στηρίζεται στους χορευτές της και σε σκηνικά αντικείμενα.
Η πρώτη ακρόαση
Εμπορικά, τα μάλλον μέτρια σινγκλ-προπομποί του «Confessions II» -το «I Feel So Free», το «Bring Your Love», που είναι ντουέτο με τη Σαμπρίνα Κάρπεντερ, και το «Love Sensation»- γνώρισαν χλιαρή επιτυχία. Το άλμπουμ, όμως, ήδη από την πρώτη του ακρόαση, αποδεικνύεται «μεθυστικό» και ανώτερό τους. Ένα από τα κομμάτια-διαμάντια του είναι το «My Sins Are My Savior», στο οποίο συμμετέχει ο Stromae και περιλαμβάνει samples από το camp κομψοτέχνημα «My Army of Lovers» των Army of Lovers, που άφησαν το ξεχωριστό αποτύπωμά τους στη Eurodance σκηνή της δεκαετίας του 1990. Aξιόλογα κομμάτια είναι επίσης το «Betrayal», στο οποίο έχει ενσωματωθεί μια πιανιστική φράση από τις «Gnossiennes» του Ερίκ Σατί και το μελωδικό «L.E.S. Girl».
Γιατί όμως, μοιάζει με διαφημιστικό κόλπο το πλασάρισμα του «Confessions II» ως σίκουελ του εμπορικά υπερεπιτυχημένου «Confessions on a Dancefloor»; Επειδή τα τραγούδια του, μουσικά και αισθητικά, έχουν επιρροές απ’ όλη τη δισκογραφία της Μαντόνα. Για παράδειγμα, το «One Step Away» θα μπορούσε να είχε ξεμείνει από το «Ray of Light» του 1998. Επίσης, διότι τα samples που χρησιμοποιούνται στα τραγούδια του (από το «French Kiss» του Λιλ Λούις έως το «Good Life» των Inner City) εξυπηρετούν τη δημιουργία μιας αναλογικής ατμόσφαιρας, που παραπέμπει πιο πολύ στην εποχή της Danceteria και στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, παρά στο 2005.
Όπως και να ‘χει, το «Confessions II» δεν μοιάζει φτιαγμένο για να αλλάξει την καριέρα της Μαντόνα με τον τρόπο που έκαναν δίσκοι όπως το «Like a Prayer» του 1989, οι οποίοι δεν είχαν τόσο ψυχαγωγικό χαρακτήρα, δεν ήταν φτιαγμένοι από την αρχή μέχρι το τέλος για να παιχτούν στα κλαμπ. Περνάει όμως, ένα πολύ συγκεκριμένο μήνυμα ενάντια στον ηλικιακό ρατσισμό, ενάντια σε όσους θέλουν να τη δουν να «ωριμάζει» ή να «μαζευτεί, επιτέλους»: Το ότι μια γυναίκα που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ξημερωνόταν χορεύοντας στην Danceteria μπορεί, αν θέλει, να συνεχίσει να το κάνει, χωρίς να δείχνει «τραγική». Το αν τα καταφέρνει, είναι θέμα οπτικής γωνίας. Από εκείνη που τη βλέπουμε εμείς, δείχνει θαρραλέα στην ανυποταγή της. Κάτι που είναι 100% «μαντονικό».
Πηγή: ogdoo.gr
