Με τη βαθιά, βραχνή κοντράλτο φωνή της, η δύο φορές βραβευμένη με Grammy ερμηνεύτρια διεύρυνε τα όρια της σύγχρονης αμερικάνικης vocal jazz.
Η Cassandra Wilson, μία από τις σπουδαιότερες και πιο αναγνωρίσιμες φωνές της σύγχρονης jazz, πέθανε σε ηλικία 70 ετών. Η τραγουδίστρια έφυγε από τη ζωή την 1η Σεπτεμβρίου, στο σπίτι της στη γενέτειρά της, το Jackson του Mississippi, έχοντας κοντά της την οικογένεια, στενούς φίλους και τον μάνατζέρ της. Η αιτία του θανάτου της δεν έχει γίνει γνωστή.
Με τη χαρακτηριστική smoky φωνή και τον αργό, υπαινικτικό τρόπο με τον οποίο άφηνε τις λέξεις να βρίσκουν τον χώρο τους, η Wilson δεν υπήρξε άλλη μία ερμηνεύτρια της jazz. Αντιμετώπιζε κάθε τραγούδι σαν υλικό ανοιχτό σε επαναπροσδιορισμό, φέρνοντας τη jazz σε διάλογο με τα blues, το folk, το gospel, το R&B, την pop και την αμερικανική τραγουδοποιία. Στις ερμηνείες της, γνώριμα κομμάτια μπορούσαν να αλλάξουν εντελώς χαρακτήρα και να ακουστούν πιο σκοτεινά, πιο γήινα και, σίγουρα, βαθιά προσωπικά.
Η καλλιτεχνική της διαδρομή άρχισε να αποκτά ξεκάθαρο στίγμα μετά τη μετακόμισή της στη Νέα Υόρκη, όπου εντάχθηκε στην πρωτοποριακή μουσική κολεκτίβα M-Base, που δημιουργήθηκε με κεντρική μορφή τον σαξοφωνίστα Steve Coleman. Εκεί η Wilson ανέπτυξε ακόμη περισσότερο τη σχέση της με τον αυτοσχεδιασμό, συμμετέχοντας παράλληλα σε αρκετές ηχογραφήσεις του Coleman, πριν διαμορφώσει τη δική της προσωπική γλώσσα ως solo καλλιτέχνις.
Το πρώτο της album κυκλοφόρησε το 1986, ενώ το Blue Skies του 1988 ήταν η δουλειά που την καθιέρωσε ως ανερχόμενη δύναμη της vocal jazz. Το πραγματικό σημείο καμπής, ωστόσο, ήρθε με την υπογραφή της στην Blue Note και την κυκλοφορία του Blue Light ’Til Dawn το 1993. Στο album, η Wilson απομακρύνθηκε από την ασφάλεια των συμβατικών jazz στάνταρ και ένωσε δικές της συνθέσεις με τραγούδια προερχόμενα από τα blues και το rock, θεμελιώνοντας την αισθητική που θα χαρακτήριζε το σημαντικότερο μέρος της καριέρας της.
Η προσέγγιση αυτή ολοκληρώθηκε στο New Moon Daughter του 1995, πιθανότατα τον πιο γνωστό και επιδραστικό album της. Με ερμηνείες τραγουδιών των U2, Neil Young, Hank Williams και Billie Holiday, δίπλα σε δικές της συνθέσεις, το album έδειξε πως η jazz μπορούσε να συνομιλεί με διαφορετικές μουσικές παραδόσεις χωρίς να χάνει το βάθος ή την ταυτότητά της. Το New Moon Daughter έφτασε στην κορυφή του αμερικανικού jazz chart και της χάρισε το πρώτο της Grammy, στην κατηγορία Best Jazz Vocal Album, το 1997.
Το δεύτερο Grammy ήρθε το 2009 για το Loverly, έναν δίσκο στον οποίο επέστρεψε στις ρίζε. Συνολικά, η Wilson κέρδισε δύο Grammy και τέσσερις υποψηφιότητες.
Τελευταίο studio album της υπήρξε το Coming Forth by Day του 2015, ένας φόρος τιμής στην Billie Holiday με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννησή της. Αντί για μια νοσταλγική αναπαραγωγή του ήχου της Holiday, η Wilson προσέγγισε το υλικό μέσα από σύγχρονες, σκοτεινές ενορχηστρώσεις. Την παραγωγή ανέλαβε ο Nick Launay, γνωστός από τη δουλειά του με τον Nick Cave, ενώ στις ηχογραφήσεις συμμετείχαν μεταξύ άλλων οι T Bone Burnett και Nick Zinner των Yeah Yeah Yeahs, καθώς και οι Thomas Wydler και Martyn P. Casey των Bad Seeds.
Το 2020 η Wilson συμμετείχε επίσης στο φιλόδοξο project Dopamine, σχηματίζοντας ένα supergroup μαζί με τους Elvis Costello, DJ Premier, T Bone Burnett, Nathaniel Rateliff και Black Thought. Το 2022 ανακηρύχθηκε New Jazz Master, λαμβάνοντας μία από τις υψηλότερες διακρίσεις της αμερικανικής jazz.
Γεννημένη στις 4 Δεκεμβρίου 1955, είχε μεγαλώσει μέσα στη μουσική: ο πατέρας της ήταν κιθαρίστας, μπασίστας και μουσικός παιδαγωγός, ενώ η μητέρα της αγαπούσε τη Motown. Ξεκίνησε κλασικό πιάνο στα έξι, έμαθε κλαρινέτο και κιθάρα και έγραψε τα πρώτα της folk τραγούδια σε νεαρή ηλικία. Αυτές οι διαφορετικές αφετηρίες θα παρέμεναν παρούσες σε ολόκληρη την πορεία της.
Η Cassandra Wilson δεν έσβηνε τις αποστάσεις ανάμεσα στα μουσικά είδη, τις χρησιμοποιούσε. Μετέφερε το αμερικανικό τραγούδι σε έναν δικό της νυχτερινό κόσμο, όπου η jazz, τα blues και το folk συνυπήρχαν μέσα σε μία φωνή που δεν θύμιζε καμία άλλη.
Πηγή: avopolis.gr
