Auto & Moto

Με το Toyota Yaris GT στον Μπάρο

Αν λίγο πριν το τέλος του κόσμου σου δινόταν η ευκαιρία να οδηγήσεις σε ΜΙΑ διαδρομή με ΕΝΑ αυτοκίνητο, θα ήταν ανυπόφορη σπατάλη να μην διάλεγες τον Μπάρο και το Yaris GR.

Μπορεί να είναι η χρονική συγκυρία. Να έχεις πήξει στη δουλειά, να μην αντέχεις άλλο τις ατελείωτες ώρες που πρέπει να περιμένεις το παιδί να παίξει στις παιδικές χαρές και τις πλατείες κάνοντας ανούσιες συζητήσεις με ανθρώπους που υποχρεωτικά συναναστρέφεσαι. Μπορεί να είναι η διαβρωτική αγωνία (ή μήπως συνειδητοποίηση;) ότι θα περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου οδηγώντας απελπιστικά όμοια ηλεκτρικά αυτοκίνητα ή εξίσου απελπιστικά μπατάλικα SUV ή έναν συνδυασμό των δύο (κείμενο: Ντίνος Παπαγιαννόπουλος).

Μπορεί να είναι η διαπίστωση που σε χτυπάει ξαφνικά σαν ηλεκτρικό ρεύμα ότι έχεις υπερβολικά πολύ καιρό να κάνεις κάτι που πραγματικά σε ευχαριστεί. Μπορεί να είναι (είναι στην πραγματικότητα…) η κρίση μέσης ηλικίας που νόμιζες ότι ποτέ δεν θα έρθει (όχι η κρίση, η μέση ηλικία). Πιθανότατα είναι όλα τα παραπάνω μαζί, αλλά σας βεβαιώνω ότι τίποτε από όλα αυτά δεν μπορεί να μειώσει τον πιο απολαυστικό συνδυασμό αυτοκινήτου και διαδρομής που έχω κάνει εδώ και χρόνια.

Να τον κάνει ακόμα πιο αξιομνημόνευτο, ίσως, αλλά όχι να του προσδώσει ιδιότητες που στην πραγματικότητα δεν είχε. Διότι αντικειμενικά, τα είχε, τα έχει, όλα. Πρόκειται για μια οδηγική Βαλχάλα, ένα αλχημικό ματζούνι που σου χαρίζει χρόνια ζωής. Ο Μπάρος και το Yaris GR. Ή το ανάποδο. Δεν έχει σημασία ποιο θα προτάξεις, αλλά έχει σημασία να είναι αυτά τα δύο μαζί. Γιατί;

Διότι με έναν απολαυστικό τρόπο συμπληρώνει το ένα το άλλο: Ο συγκεκριμένος δρόμος, η χάραξη και το ανάγλυφο, αποκαλύπτουν τον πυρήνα του συγκεκριμένου αυτοκινήτου. Και το αυτοκίνητο με τη σειρά του δίνει λόγο ύπαρξης σε έναν δρόμο που θα μπορούσε και να μην υπάρχει, που ουσιαστικά για τους μισούς σχεδόν μήνες του χρόνου δεν υπάρχει και μετά «αναδύεται» μέσα στα βουνά για να σε θαμπώσει με την ομορφιά του τοπίου στο οποίο σε οδηγεί.

Ας το πάρουμε από την αρχή. Ο δρόμος…

Η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα με χρονικά μεγάλες διαδρομές. Αυτό συμβαίνει γιατί πρέπει να πλεύσεις σε θάλασσες ή να διασχίσεις βουνά. Στη δεύτερη περίπτωση, και ειδικά στην περίπτωσή μας, πολλά βουνά. Και ευτυχώς που πλέον το οδικό δίκτυο ως ένα σημείο σε μεταφέρει όπως ένα μεγάλο κύμα τον σέρφερ, αλλά όταν το κύμα φτάσει «στην ακτή» πρέπει να μοχθήσεις.

Η δική μας «ακτή» ήταν το -προσωρινό- τέλος του Ε65, του αυτοκινητόδρομου κεντρικής Ελλάδας, στην Καλαμπάκα. Η προφανής διαδρομή θα ήταν «από κάτω», δηλαδή μέσω γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου και Ιονίας Οδού, αλλά προτιμήσαμε να κάνουμε έναν πλήρη κύκλο και να προσεγγίσουμε το ορεινό πέρασμα από βορειανατολικά. Πάντα στο μυαλό μου ο κύκλος ήταν προτιμότερος από το εύκολο πήγαινε-έλα στον ίδιο δρόμο. Τρέχα γύρευε…

Πορεία προς Λαμία λοιπόν και λίγο πριν δεξιά προς Τρίκαλα και κοντολογίς μέσα από το οροπέδιο της Ξυνιάδας και τον ζεματιστό Θεσσαλικό Κάμπο, φτάνεις σε αδιανόητα σύντομο χρόνο για όσους από εμάς ζήσαμε Δομοκούς και ατελείωτα χιλιόμετρα πίσω από φορτηγά. Αμέσως μετά την Καλαμπάκα, με τη θέα των Μετεώρων να σε ανατριχιάζει, ακριβώς όπως και την πρώτη (και τη δεύτερη και τη νιοστή) φορά που τα είδες, στρίβεις αριστερά προς Μουργκάνη και αρχίζεις να μπαίνεις στον πανάρχαιο κόσμο της κεντρικής Πίνδου. Θυμόμουν πόσο απολαυστική ήταν η διαδρομή δίπλα στο Σκληνασιώτικο Ρέμα, έναν από τους παραπόταμους του Αχελώου.

Θυμόμουν τις υψομετρικές και μετά το συνεχές στροφιλίκι που ακολουθούσε χοντρικά την κοίτη μέχρι την εκβολή της στον Αχελώο, ακριβώς δηλαδή εκεί που εμείς θα έπρεπε να στρίψουμε προς τα βορειοδυτικά, προς το Χαλίκι, ακολουθώντας αυτή τη φορά τον πιο δύστροπο, όμορφο και επιβλητικό ποταμό της Ελλάδας, τον πανίσχυρο Αχελώο. Μερικά χιλιόμετρα πιο πάνω θα έπρεπε να στρίψουμε αριστερά, τελείως δυτικά πια, για να αρχίσουμε να σκαρφαλώνουμε επιτέλους το όρος Λάκμος και να φτάσουμε στο περίφημο διάσελο του Μπάρου, στα 1.905 μέτρα υψόμετρο. Στο πιο ψηλό ασφάλτινο πέρασμα της Ελλάδας.

Το σχέδιο έδειχνε καλό. Και για μερικά υπέροχα χιλιόμετρα οδηγικής νιρβάνα ήταν. Μόνο που δεν είχαμε υπολογίσει ότι πριν από τρία χρόνια ο «Ντάνιελ», που έπνιξε τον Κάμπο, ουσιαστικά ξεκίνησε από εδώ. Το ρέμα λοιπόν απλώς είχε διαλύσει τον δρόμο σαν να ήταν κατασκευή από σπίρτα. Το τοπίο έχει αλλάξει και το μόνο που έχει απομείνει είναι σπασμένα τοιχία μέσα στην κοίτη μαζί με ξεριζωμένα πλατάνια και πέτρες στο μέγεθος μικρής μονοκατοικίας.

Ένας στενός χωματόδρομος προσπαθεί να ενώσει πλέον τα κουρέλια της ασφάλτου. Και ένας αγχωμένος φωτογράφος προσπαθεί να με πείσει να μην βάλω τη λειτουργία Gravel και να αρχίσω να ντριφτάρω στο χώμα, γιατί αυτό θα ήταν προφανώς υπερβολικά ανεύθυνο, αλλά κυρίως επειδή δεν ήθελε να γεμίσει με χώμα το αυτοκίνητο. Πάντα υπάρχει κάποιος να σου χαλάσει τη διασκέδαση. Ωστόσο, η ίδια η διαδρομή είναι μεγαλειώδης. Αξίζει πραγματικά τον κόπο να την περάσεις έστω μία φορά στη ζωή σου. Και τα βουνά αυτά έχουν κάτι διαφορετικό.

Μια αίσθηση παλαιότητας, απομόνωσης, συναισθηματικής βαρύτητας. Αν έχεις διαβάσει Τόλκιν, σου θυμίζουν τα Μπλε Βουνά «…σκοτεινά και αιχμηρά, με τις κορφές τους να τρεμοπαίζουν στο φως φεγγαριού. Στις χαράδρες τους κυλούσαν ποτάμια κρυστάλλινα, μα τα περάσματά τους ήταν δύσβατα και γεμάτα παλιές σκιές….». Ειδικά από τη στιγμή που θα στρίψεις αριστερά στην ταμπέλα που σε στέλνει στους Καλαρρύτες, αυτά τα λόγια έρχονται και ξανάρχονται.

Αν μέχρι εδώ η ροή του δρόμου υπήρξε εκνευριστικά διακεκομμένη, από εδώ και πάνω η ενέργεια μοιάζει να κυλάει πάνω στην άσφαλτο. Καθώς ο ήλιος αρχίζει να πέφτει, το φως παίζει με τις βουνοκορφές και μοιάζει να σε προκαλεί να τις πιάσεις. Και κάπου εδώ μπαίνει στη σκηνή ο δεύτερος πρωταγωνιστής. Enter Yaris GR…

Η πρώτη γενιά του Yaris GR ήταν ένας κανονικός μετεωρίτης που εξάλειψε σχεδόν όλα τα κλισέ για τη «βαρετή» Toyota. Ακόμα και τώρα, παρά την τεράστια αποδοχή του και την εξαιρετική -αναλογικά- εμπορική του πορεία, κανείς δεν τολμά να φτιάξει κάτι παρόμοιο. Εκτός από την ίδια την Toyota φυσικά, που έβγαλε τη δεύτερη γενιά, σαφώς βελτιωμένη και σημαντικά πιο ακριβή.

Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι το πακέτο Circuit, που ήταν προαιρετικό, είναι τώρα στάνταρ (η πλειονότητα των αγοραστών το επέλεγε έτσι κι αλλιώς), ενώ διαθέτει ένα νέο πρόσθετο ψυγείο, τροποποιήσεις στην εισαγωγή αέρα και intercooler με ψεκασμό. Θα πληρώσετε 3.640 ευρώ παραπάνω για την αυτόματη έκδοση. Δεν είναι διπλού συμπλέκτη, αλλά κλασικό αυτόματο με μετατροπέα ροπής και οχτώ σχέσεις. Είναι ακριβώς αυτό που διαθέτει το αυτοκίνητο που οδηγώ.

Θα προτιμούσα το χειροκίνητο; Ναι, αλλά η αχαριστία είναι κακός σύμβουλος και προϊόντος του χρόνου διαπιστώνω ότι τα ευεργετήματα ενός αυτόματου είναι ικανά ώστε να απαλύνουν το τσίμπημα που νιώθεις επειδή δεν έχεις το κλασικό χειροκίνητο σε μια τέτοια διαδρομή. Παρ’ όλα αυτά, το κιβώτιο είναι πολύ καλό.

Ανεβάζει ραγδαία και δεν μασάει να κατεβάσει δύο και τρεις σχέσεις σερί όταν επιβραδύνεις δυνατά πριν από μια στροφή. Έχει μια μικρή αμηχανία στην έξοδο με φουλ γκάζι, αλλά από την άλλη σού δίνει τη δυνατότητα να έχεις και τα δύο χέρια στο τιμόνι για να ισιώνεις όσο πρέπει στην κορυφή του apex και να πατάς φουλ γκάζι για την επόμενη.

Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι το αυτόματο κιβώτιο ανασταλτικός παράγοντας γι’ αυτό το αυτοκίνητο. Εδώ που τα λέμε, τίποτε δεν είναι ανασταλτικός παράγοντας γι’ αυτό το αυτοκίνητο, παρεκτός από τον απίστευτο θόρυβο που μπαίνει στην καμπίνα από τον δρόμο, ειδικά από τους πίσω τροχούς. Ακόμα και το παντελώς άοσμο και άχρωμο εσωτερικό, με το σκληρό πλαστικό και την υπερβολική ομοιότητά του με ένα απλό Yaris που κοστίζει 45 χιλιάδες λιγότερα τείνεις να συγχωρείς.

Καλά, σε πιάνει πού και πού το παράπονο που δεν έχεις μια λίγο πιο αισθητή νότα διαφορετικότητας αλλά αν ξέρεις τι βρίσκεται από κάτω, κάνεις την καρδιά σου πέτρα. Το από κάτω, αυτό είναι το ζουμί. Το πώς κατάφεραν σε ένα αμάξωμα κάτω από τέσσερα μέτρα να χωρέσουν τεχνολογία που προέρχεται μαρς από τα WRC κι όμως να είναι προσιτή και κυρίως προσηνής σε έναν, πώς να το κάνουμε, λιγότερο ικανό οδηγό από τον Οgier.

Η ανάρτηση καταρχάς. Η Toyota τοποθέτησε πιο άκαμπτη αντιστρεπτική ράβδο και σκληρότερα ελατήρια κατά 29% μπροστά και 10% πίσω χωρίς ενεργά αμορτισέρ. Τα πρώτα μέτρα σού φαίνονται κόλαση. Υπερβολικά σκληρή. Η ανάρτηση ξεδιπλώνει το πραγματικό της ταλέντο σε δρόμους όπως αυτοί που οδηγώ τώρα.

Στενό στροφιλίκι, με μέτριες αριστερές και δεξιές, σποραδικές παρατεταμένες φουρκέτες και με μια άσφαλτο που σχεδόν σε όλο το μήκος της είναι τουλάχιστον ταλαιπωρημένη: λακκούβες, σαμαράκια, σπασίματα, μικρά διαμήκη λούκια, έντονος κυματισμός. Και η ανάρτηση να μην καταλαβαίνει Χριστό.

Όσο πιο γρήγορα πας, τόσο βελτιώνεται, τόσο πιο σωστά ισορροπεί ανάμεσα στην απαραίτητη ενδοτικότητα για να διαχειριστεί τέτοιου είδους οδόστρωμα και τον έλεγχο των κινήσεων. Σε μια παρατεταμένη αριστερή, ο Χρήστος μού ζήτησε να ντριφτάρω επειδή από πίσω έπεφτε υπέροχο φως σε μια αετόμορφη κορφή. Αυτό.

Δεν τον ενδιέφερε ότι στην κορυφή εκείνης της στροφής η άσφαλτος ήταν πλισέ, σαν λινό πουκάμισο που βγήκε από το στεγνωτήριο. Κανονικά το Yaris GR θα έπρεπε να χοροπηδάει σαν φελλός σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Δεν κατάλαβα τίποτα. Δεν μετατοπίστηκε εκατοστό από τη θέση που όρισα.

Έμεινα στο γκάζι και η ανάρτηση, σε συνδυασμό με τη μετάδοση έδρασαν σαν σιδερώστρα ατμού. Αυτό είναι το εξωφρενικό με το GT Yaris. Νομίζεις ότι έχει φτιαχτεί με το μυαλό ειδικά στο ελληνικό ορεινό στροφιλίκι. Κοντό, ελαφρύ, τετρακίνητο και με κάποιον τρόπο όσο «μαλακό» χρειάζεται για να μην κοπανιέσαι και να μην το διαλύσεις.

Απενεργοποιείς μερικώς το Traction, βάζεις στο Custom πρόγραμμα το Sport για το σύστημα μετάδοσης, το Comfort για το τιμόνι (στο Sport Mode γίνεται αχρείαστα βαρύ) και τον επιλογέα GR-Four στη ρύθμιση Track που δίνει προτεραιότητα στον πίσω άξονα. Και λυσσάς κυριολεκτικά, αλλά παραδόξως χωρίς να βγαίνεις ποτέ έξω από την όποια comfort zone, όπως λεν και στο χωριό μου. Το όριό σου ούτως ή άλλως μάλλον θα είναι μακριά από το δικό του. Το σημαντικό είναι ότι σε ανυψώνει και ταυτόχρονα σε βελτιώνει ως οδηγό.

Μαθαίνεις να πλαγιολισθαίνεις με το γκάζι ή να κρατάς τις γραμμές, ανάλογα με τη διάθεση και την περίσταση, χωρίς να σε εξαναγκάζει σε σωσίματα με την ψυχή στο στόμα. Μόνη μου ένσταση τα φρένα, αλλά μόνο ως προς τη σπογγώδη αίσθησή τους, όχι σε σχέση με τη δύναμη και την αντοχή που έχουν ακόμα και μετά από την επική κουτρουβάλα των σχεδόν 12 χιλιομέτρων από την κορυφή του Μπάρου μέχρι τους Καλαρρύτες.

Και ύστερα έχεις αυτόν τον μανιακό 3κύλινδρο τούρμπο κινητήρα που έφτασε να αποδίδει 280 PS για να κινήσει κάτω από 1.400 kg, με έναν αλλόκοτο, μανιασμένο ήχο στις υψηλές στροφές, που θυμίζει πριονοκορδέλα που πασχίζει να κόψει χοντρά κούτσουρα. Εξαιρετικός στο άσε-πάτα και ψωμωμένος από χαμηλά μέχρι και το όριο περιστροφής του.

Η διαδρομή αρχίζει να ανηφορίζει σε ένα σχεδόν απόκοσμο περιβάλλον που θυμίζει Game of Thrones. Η χάραξη είναι βγαλμένη από οδηγικό παραμύθι επίσης. Δεν έχει εκείνες τις εκνευριστικές αλλεπάλληλες φουρκέτες, αλλά κολλάει γλυκά από πλαγιά σε πλαγιά με στροφές άλλοτε 3ης, ακόμα και 4ης.

Το GR Yaris ακούει άμεσα την εντολή για είσοδο στη στροφή. Δεν είναι κούτσουρο, πράγμα που αρχικά σού δημιουργεί κάποιες αμφιβολίες αλλά μετά διαπιστώνεις ότι αυτή η ελαστικότητα στις κινήσεις σού επιτρέπει να «νιώσεις» πιο διαισθητικά τη θέση του αυτοκινήτου.

Μπορείς να το πετάξεις με πολλά χιλιόμετρα στην είσοδο ώστε να γλιστρήσει στην πρώτη φάση του apex και κατόπιν να το ελέγξεις με το γκάζι, καθώς νιώθεις την τετρακίνηση να εξαλείφει την υποστροφή, το πλαίσιο να σφίγγει καθώς η δύναμη διαχέεται στους άξονες και βοηθά το αυτοκίνητο να περιστραφεί τόσο ώστε σχεδόν ασυναίσθητα να αρχίσεις να ανοίγεις το τιμόνι.

Σε άλλες πιο κλειστές στροφές μπορείς εξίσου άνετα να καθυστερήσεις το φρένο σχεδόν μέχρι τα μισά της στροφής και πάλι να νιώσεις μια τόσο όσο μετατόπιση του πίσω μέρους, που θα σου δώσει το έναυσμα για άλλη μια γενναία δόση γκαζιού.

Η εμπειρία είναι καθηλωτική, καθώς από τη μία απαιτεί εγρήγορση και κάποιες ικανότητες από την άλλη δεν σε τρομάζει σχεδόν ποτέ. Είναι καθαρόαιμο αλλά και πάλι όχι τόσο ατίθασο που να σε πετάξει από τα καπούλια του. Η θέση οδήγησης είναι ψηλή αλλά ως αντιστάθμισμα σου δίνει καλή ορατότητα και μια συνολική σωματική αίσθηση των κινήσεων του αμαξώματος.

Φτάνουμε στον Μπάρο περίπου την ώρα που δύει ο ήλιος. Μπροστά μας απλώνεται πλέον ο ορεινός όγκος των Τζουμέρκων. Η θέα είναι καθηλωτική, μια γιορτή για τα μάτια και την καρδιά. Όπως λέει το ηπειρώτικο τραγούδι, εκείνη ακριβώς τη στιγμή «ο ήλιος βασιλεύει κι η μέρα σώνεται κι ο νους μου από σένα [GR Yaris] δεν συμμαζώνεται…». Εδώ έχουμε σαφώς ένα ερωτικό τρίγωνο.

Δεν είναι μόνο το αυτοκίνητο που αντιπροσωπεύει όλη τη μηχανολογική αλλά και συναισθηματική ευφυΐα των Ιαπώνων, δεν είναι μόνο ο οδηγός, αλλά και η διαδρομή που υφαίνει μια μαγική κλωστή γύρω από τα βουνά.

Το Yaris GR είναι κατά τη γνώμη μου το καλύτερο αυτοκίνητο που θα μπορούσες να έχεις εδώ. Κι αν αυτός ήταν ο τελευταίος δρόμος που θα οδηγούσες στη ζωή σου, τότε ναι, ο Μπάρος με το Yaris GR θα ήταν ο ιδανικός αποχαιρετισμός. Όχι γιατί σε πάνε κάπου. Αλλά γιατί σε πάνε πίσω σε αυτό που ήσουν όταν οδηγούσες για την απόλαυση.

TOYOTA YARIS GR
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ: 1.618 cc, i3, TURBO 280 PS/6.500 rpm, 390 Nm/3.250-4.600 rpm
ΚΙΒΩΤΙΟ: ΑΥΤΟΜΑΤΟ, 8 ΣΧΕΣΕΩΝ
ΜΕΤΑΔΟΣΗ: ΤΕΤΡΑΚΙΝΗΣΗ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ: ΓΟΝΑΤΑ MACPHERSON (E) / ΔΙΠΛΑ ΨΑΛΙΔΙΑ (Π)
0-100 KM/H: 5,2”
ΤΕΛΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ: 230 km/h
ΜΕΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ: 8,7 lt/100 km
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΔΟΚΙΜΗΣ: 11,9 lt/100 km
CO2: 215 g/km
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ (Μ/Π/Y): 3.395/1.805/1.455 mm
ΜΕΤΑΞΟΝΙΟ: 2.560 mm
ΧΩΡΟΣ ΑΠΟΣΚΕΥΩΝ: 174 lt
ΒΑΡΟΣ: 1.375 kg
ΤΙΜΗ: ΑΠΟ 66.670 ευρώ

Πηγή: newsauto.gr

Related posts

KTM 1290 Super Duke GT – Test

TEO

Mega scooter με το καλύτερο 0-100 χλμ./ώρα

TEO

Νέο SUV της Volkswagen από το Amarok

TEO

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα

Πολιτική Απορρήτου & Cookies