Στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Καννών, ο Πάβελ Παβλικόφσκι επέστρεψε με τη νέα του ταινία Fatherland, μια ιστορία που, κάτω από τη φαινομενικά λιτή αφήγησή της, κρύβει ένα πολυεπίπεδο σχόλιο στη μνήμη, την ενοχή και τις πληγές που δεν κλείνουν ούτε όταν αλλάζουν τα σύνορα, χρόνους, εποχές. Με πρωταγωνιστή τον Τόμας Μαν (Hanns Zischler) και την κόρη του Erika (Sandra Hüller) σε ένα ταξίδι που τους οδηγεί τόσο στη Δυτική όσο και στην Ανατολική Γερμανία για την παραλαβή δύο βραβείων με το ίδιο όνομα, αλλά εντελώς διαφορετικό ιδεολογικό βάρος, ο Πολωνός δημιουργός χρησιμοποιεί την ιστορική συγκυρία ως αφορμή για μια βαθιά ανθρώπινη αναζήτηση. Την ίδια στιγμή, η αυτοκτονία του γιου του συγγραφέα Κλάους (August Diehl) αιωρείται πάνω από κάθε σκηνή σαν μια ανοιχτή πληγή που αρνείται να επουλωθεί (κείμενο: Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος).
Ο Παβλικόφσκι δεν υπήρξε ποτέ σκηνοθέτης που αντιμετωπίζει την Ιστορία ως σκηνικό. Από την Ida μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο, οι μεγάλες πολιτικές αναταράξεις αποκτούσαν νόημα μόνο μέσα από τις ζωές των ανθρώπων που προσπαθούσαν να επιβιώσουν μέσα τους. Δεν τον ενδιέφεραν οι ημερομηνίες ούτε τα γεγονότα αυτά καθαυτά, αλλά ο τρόπος με τον οποίο διαμόρφωναν χαρακτήρες, σχέσεις και ταυτότητες. Το ίδιο συμβαίνει και εδώ.

Στο Fatherland το βλέμμα του μετακινείται από την προσωπική αναζήτηση της ταυτότητας στη συλλογική έννοια της πατρίδας και η πατρίδα αυτή αποδεικνύεται μια έννοια ασταθής. Δεν ορίζεται από τους χάρτες, αλλά από τις μνήμες, τις απώλειες και τις αντιφάσεις.
Οι δύο Γερμανίες βρίσκονται αντικριστά όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και ηθικά: Δύο κράτη, δύο αφηγήσεις, δύο διαφορετικές προσπάθειες να οικειοποιηθούν το ίδιο πολιτιστικό σύμβολο. Το ίδιο βραβείο απονέμεται δύο φορές, όμως δεν είναι ποτέ το ίδιο, όπως και η ίδια η έννοια της πατρίδας δεν σημαίνει ποτέ το ίδιο για όλους.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι ότι αυτά τα σύνορα λειτουργούν ταυτόχρονα κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο Παβλικόφσκι κινηματογραφεί τους ήρωές του να περνούν από τη μία πλευρά στην άλλη, αλλά στην πραγματικότητα τους παρακολουθεί να διασχίζουν τα αόρατα όρια ανάμεσα στη δημόσια εικόνα και την ιδιωτική οδύνη, στην ιστορική ευθύνη και την προσωπική ενοχή, στην οικογενειακή σιωπή και την ανάγκη για συμφιλίωση. Κάθε μετακίνηση μοιάζει περισσότερο με εσωτερικό ταξίδι παρά με γεωγραφική διαδρομή.
Η αυτοκτονία του γιου του Τόμας Μαν λειτουργεί ως ο πραγματικός άξονας της αφήγησης. Δεν είναι ένα δραματουργικό εύρημα που εξηγεί συμπεριφορές αλλά η σκιά που πέφτει πάνω σε κάθε βλέμμα, σε κάθε διάλογο, σε κάθε αγρανάπαυση, σαν ο θάνατος ενός νεαρού (ακόλαστου κατά κάποιους) άνδρα, να ανοίγει τον δρόμο για να επιστρέψουν όλοι οι θάνατοι που είχαν «θαφτεί κάτω από το χαλάκι της Ιστορίας». Οι χαμένες πατρίδες, οι χαμένες ζωές, οι χαμένες ευκαιρίες συνυπάρχουν μέσα στην ίδια αφήγηση χωρίς ο σκηνοθέτης να καταφεύγει σε εύκολους συμβολισμούς.

Η σκηνοθεσία παραμένει αναγνωρίσιμα παβλικοφσκική. Η γεωμετρία των κάδρων, οι αυστηρές συνθέσεις, οι σιωπές που συχνά λένε περισσότερα από τους διαλόγους και ο απόλυτος έλεγχος του ρυθμού, δημιουργούν μια αίσθηση σχεδόν νιρβάνας. Ωστόσο, αυτή τη φορά η αισθητική τελειότητα μοιάζει να λειτουργεί και ως περιορισμός. Η επιμονή στην απόσταση από τους χαρακτήρες στερεί από ορισμένες σκηνές το συναισθηματικό ξέσπασμα που μοιάζει να υπόσχεται το θέμα τους. Εκεί όπου η Ida και ο Ψυχρός Πόλεμος κατάφερναν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη φόρμα και το συναίσθημα, το Fatherland δείχνει κατά στιγμές να εμπιστεύεται περισσότερο την εικόνα παρά τους ανθρώπους της.
Παρ’ όλα αυτά, ο Παβλικόφσκι επιβεβαιώνει πως παραμένει ένας από τους ελάχιστους Ευρωπαίους δημιουργούς που μπορούν να μετατρέψουν ένα ιστορικό γεγονός σε υπαρξιακό κινηματογράφο. Το Fatherland δεν αναζητά απαντήσεις για το τι είναι πατρίδα, θέτει όμως δύσκολα ερωτήματα όπως το αν μπορεί κανείς να επιστρέψει πραγματικά σε αυτήν όταν έχει χάσει τους ανθρώπους που της έδιναν νόημα (συγκλονιστική η σκηνή που δημοσιογράφος ρωτάει τον ήρωα «που και τι ορίζει ως σπίτι του»). Και ίσως αυτή να είναι η πιο οδυνηρή διαπίστωση της ταινίας: ότι τα σύνορα αλλάζουν, τα καθεστώτα καταρρέουν, οι ιδεολογίες διαδέχονται η μία την άλλη, όμως ο άνθρωπος συνεχίζει να κουβαλά μέσα του μια πατρίδα που δεν υπάρχει πια.
Πηγή: ertnews.gr
