Η Charli XCX αφήνει πίσω το «Brat» και επιστρέφει στο εφηβικό της δωμάτιο.
Θέλει καλλιτεχνική μαγκιά για να «γυρίσεις την πλάτη» στη συνταγή που «σε έφτιαξε» -πόσο μάλλον όταν το προσπαθούσες μια δεκαετία όλο και σε κάποιας τη σκιά που ήταν πλασαρισμένη σε καλύτερη θέση- κι ας μοιάζει αυτή η μαγκιά μονόδρομος για όλους τους υποψήφιους μνηστήρες του σύγχρονου GOAT pop star status. Θέλει και ταχύτητα σκέψης, λήψης αποφάσεων αλλά και δημιουργίας για να μπορέσεις να πάρεις επιτυχώς τη στροφή, στην οποία είναι μάλλον αναγκασμένοι να διαπρέπουν οι πρωταθλητές pop stars της νέας εποχής (κείμενο: Τάνια Σκραπαλιώρη).
Το «Music, Fashion, Film», το νέο άλμπουμ της Charli XCX που κυκλοφόρησε την Παρασκευή 24 Ιουλίου από την Atlantic Records, επιβεβαιώνει τον κανόνα που προσπαθούν να διαμορφώσουν πολλοί σύγχρονοι μεγάλοι pop stars, από τη Rosalia μέχρι τον Harry Styles, ψάχνοντας το επόμενο «μεγάλο», «διαφορετικό» άλμπουμ με το οποίο θα ανέβουν κι άλλα σκαλιά στην κλίμακα του star-καλλιτέχνη, εισπράττοντας παράλληλα και τα credits για τον δημιουργικό μη εφησυχασμό τους. Με τη διαφορά ότι η Charli XCX βρίσκει και πάλι έναν τρόπο να «κάνει τη φάση της», υπακούοντας μεν στον κανόνα αλλά με μια αντίστροφη λογική: Ρίχνοντας τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο τον πήχη των προσδοκιών και της καλλιτεχνικής φιλοδοξίας, επιστρέφοντας σε νεανικά δωμάτια, μαγειρεύοντας με βασικά υλικά το απόλυτο «αντι-Brat» άλμπουμ.
Όχι ότι το αποτέλεσμα αυτής της μαγειρικής και αυτής της charlικής στροφής ήταν εγγυημένο ή μπορούσε να προεξοφληθεί από τα πρώτα, μάλλον αδύναμα, singles, το «Rock Music», που θεωρήθηκε ως troll δήλωση προθέσεων, το «SS26» -το πιο ενδιαφέρον της τριάδας- και τον κάπως εξυπνακίστικο χαριεντισμό του «Wink Wink».
Έρχεται όμως το «Music, Fashion, Film», παίζει μία φορά και η εικόνα αλλάζει τελείως. Το «Rock Music» παύει να λειτουργεί ως μονοδιάστατο προβοκατόρικο τρικ, το «SS26» διεκδικεί το σώμα που του λείπει, βρίσκοντας τη θέση του δίπλα σε tracks όπως το «Card Declined» και το «No One Lasts Forever», ενώ ακόμη και η επιφανειακή ανεμελιά του «Wink Wink» λειτουργεί καλύτερα όταν ενταχθεί σε ένα άλμπουμ που στριφογυρνάει με μια ηλεκτρισμένη νωχελικότητα, ειρωνευόμενο κάθε απαίτηση για καλλιτεχνική αυθεντικότητα. Ναι, τελικά ίσως η Charli XCX δεν τρόλαρε.
«Music, Fashion, Film»: Το ροκ άλμπουμ της Charli XCX; Όχι ακριβώς
Είναι το «Music, Fashion, Film» «ο ροκ δίσκος της Charli XCX»; Η ίδια σπεύδει να διευκρινίσει ότι ποτέ δεν υποσχέθηκε κάτι τέτοιο. Και η αλήθεια είναι ότι περισσότερο πρόκειται για μια ιδιοσυγκρασιακή χρήση ροκ επιρροών ως υλικού και εικόνας, αναμεμειγμένων με καρέ και σεκάνς από ταινίες και την επιθυμία επαναπροσέγγισης όλων αυτών στις γλώσσες που η ίδια έχει μάθει να μιλάει.
Παραμορφωμένες κιθάρες, σπιτίσια ντραμς, bloghaus κατάλοιπα, γυμνό μπάσο αναμεμειγμένα με indie sleaze πόζες, αφηρημένες συνομιλίες με Pixies, Blur, Garbage, Strokes, σε στιγμές ακόμα και με Sonic Youth. Ανοιχτές γκαρνταρόμπες γεμάτες ’90s και ’00s κομμάτια για να έχει η Charli XCX να διαλέγει ανάλογα με τις διαθέσεις των εμπνεύσεών της, της δημιουργικής, σχεδόν αδιαίρετης τριάδας που σχηματίζει για το «Music, Fashion, Film» με τους διαχρονικούς της συνεργάτες A.G. Cook και Finn Keane. Πετάνε σχεδόν οτιδήποτε θα μπορούσε να παραπέμψει στο «Brat» παράδειγμα, στη θέση των περίτεχνων synths και club beats κατεβάζουν ένα φλος ρουαγιάλ από distortion και αντικαθιστούν την επαναληπτικότητα της ηλεκτρονικής μουσικής με τις λούπες και τους μαντρικούς κύκλους της lo-fi indie σχολής.
Σημείωση: Υπήρχε μία φράση που δεν ήταν απλώς ορθογραφικό αλλά συντακτικό λάθος: «Και η αλήθεια είναι ότι περισσότερο για μια ιδιοσυγκρασιακή χρήση…». Την απέδωσα ως «Και η αλήθεια είναι ότι περισσότερο πρόκειται για μια ιδιοσυγκρασιακή χρήση…», γιατί διαφορετικά η πρόταση μένει ανολοκλήρωτη. Αν προτιμάς απολύτως μηδενικές συντακτικές παρεμβάσεις, μπορώ να την αφήσω όπως ήταν.
Ο περιορισμός εδώ λειτουργεί ως βασικό αφηγηματικό και δημιουργικό εργαλείο: λιγότεροι ήχοι, λιγότερες λέξεις, λιγότερα φτιασίδια, λιγότερη λάμψη, λιγότερος χρόνος. Κι εκεί ακριβώς όμως που αυτό το «λιγότερο» πλησιάζει επικίνδυνα το σημείο στο οποίο παύει να αρκεί, το άλμπουμ βρίσκει μερικές από τις καλύτερες στιγμές του. Όπως το «Yeah», ένα κομμάτι σχεδόν χωρίς στίχους, οικοδομημένο γύρω από την προσμονή μιας έκρηξης η οποία αρνείται να ολοκληρωθεί με τον αναμενόμενο τρόπο. Ή το εξαιρετικό «I’m Afraid», που καταλαμβάνει μία από τις αδιαμφισβήτητες κορυφές του άλμπουμ.
Υπό αυτήν την έννοια, το «Music, Fashion, Film» μπορεί να μην είναι ένας ροκ δίσκος με τη στενή έννοια, είναι όμως ίσως μία από τις πιο τολμηρές επιλογές που θα μπορούσε να κάνει η Charli XCX πριν καν καλά καλά ξεπεζέψει από το Brat σάρωθρο. Να αποστραφεί την υποχρέωση να προστατεύσει τη με χίλιους κόπους αποκτημένη νέα της θέση στο παγκόσμιο mainstream στερέωμα με ένα παρεμφερές ή εξωφρενικά ακριβό ή και τα δύο προϊόν και να κλειστεί στο εφηβικό της δωμάτιο με τα φιλαράκια της, βλέποντας ταινίες, δοκιμάζοντας t-shirts, τζαμάροντας με κιθάρες και υπολογιστές και γράφοντας ένα Charli-ικό mixtape πολιτισμικών μνημονικών και μυϊκών αντανακλαστικών: από τις παραξενιές των Pixies στους λιτούς καλπασμούς των Strokes, από τη Shirley Manson στις Wet Leg και από το britpop success story που χώρεσε στα δύο λεπτά και δύο δευτερόλεπτα του «Song 2» μέχρι την NME κουλτούρα που έφυγε και κατάφερε να επιστρέψει έστω και φασματικά στο «νοσταλγικό» content του Instagram και του TikTok.
How to make a Mixtape: Η Charli XCX από το «Pop 2» στο «Music, Fashion, Film»
Όσοι έφτασαν αργά στο πάρτι της Charli XCX, απαντώντας στο «Brat» κάλεσμα, μπορεί να βλέπουν στο «Music, Fashion, Film» μια απότομη στροφή ή ακόμα, όσοι όμως παρακολουθούν τη διαδρομή της από την αρχή, βλέπουν στην επιλογή του νέου άλμπουμ μία επιπλέον διάσταση, αντλημένη από τη mixtape λογική στην οποία έχει ήδη καταθέσει τα διαπιστευτήριά της η Charli XCX.
Το «Pop 2» του 2017 ήταν το άλμπουμ στο οποίο η Charli, με βασικό συμπαίκτη ήδη τότε τον A.G. Cook, απελευθερώθηκε αποφασιστικά από την υποχρέωση να παραδώσει το «κανονικό» pop άλμπουμ που περίμεναν από εκείνη. Η mixtape ετικέτα άνοιξε χώρο για απότομα περάσματα, παραμορφώσεις καθόλου δεδομένες τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή στα ποπ χωράφια, «άναρχες» συνεργασίες, trial-and-error tracks, δοκιμές ενός πρωτοτύπου του οποίου δεν είχε φτάσει ακόμα η ώρα.
Κι αν το «Pop 2» κοιτούσε μπροστά, προς το hyperpop μέλλον, το «Music, Fashion, Film» χρησιμοποιεί παρόμοιες μεθόδους για να κοιτάξει προς τα πίσω, να ψαχουλέψει στις ξεχασμένες (;) γωνιές του αναβιωμένου ροκ που φημολογείται ότι άφησε κι αυτό την τελευταία του πνοή στις εναλλακτικές πίστες της Νέας Υόρκης και στις μπάρες του Camden. Η σύνδεση δεν βρίσκεται τόσο στον ήχο όσο στην άδεια που δίνει η Charli στον εαυτό της να αφήνει τις ραφές ορατές, να κυκλοφορεί το λάθος, το glitch, την υπερβολή ή την ανεπάρκεια μιας ιδέας ως οργανικό μέρος της. Οι παλιοί ακροατές του «Pop 2» γνωρίζουν, άλλωστε, ότι κάτι φαινομενικά «πεταμένο» μπορεί στα χέρια της Charli να μεταφραστεί σε προϊόν υψηλής ακρίβειας.
Μουσική, μόδα και σινεμά σε μία ασπρόμαυρη κουζίνα
Το «Music, Fashion, Film» έχει περιγραφεί από την ίδια τη Charli XCX ως ένα άλμπουμ «για τη διαδικασία» και πράγματι μπορεί να λειτουργήσει ως ένα μικρό making-of της δημιουργικής της ταυτότητας, ή μάλλον των πολλαπλών ταυτοτήτων της: Ως τραγουδίστριας, ως μουσικού, ως ηθοποιού, ως σκηνοθέτιδας, ως fashion icon.
Η Charli απουσιάζει στρατηγικά και από αυτό το εξώφυλλο, αυτή τη φορά όμως όχι για χάρη μιας niche marketing καμπάνιας που ποντάρει τα πάντα σ’ ένα χρώμα και μία λέξη. Στο artwork του «Music, Fashion, Film» ο John Cale, ο Marc Jacobs και ο Μάρτιν Σκορσέζε ποζάρουν σε μια κουζίνα, εκπροσωπώντας ο καθένας την τέχνη του, ο καθένας και μία πτυχή της τριπλέτας που ορίζει το άλμπουμ.
Η Charli δεν φωτογραφίζεται δίπλα στα είδωλά της, εκβιάζοντας τις ευλογίες τους, παρά τα τοποθετεί μέσα στον δικό της κόσμο, κάτω από τον τίτλο του δικού της έργου, καλώντας τα για καφέ και τσιγάρα στο τραπέζι της.
Παράλληλα, μη θέλοντας να αφήσει το Film του τίτλου γράμμα κενό, η Charli XCX κυκλοφορεί παράλληλα, σε δική της σκηνοθεσία, το συνοδευτικό φιλμ «Charli XCX presents Music, Fashion, Film», μια διευρυμένη εκδοχή του άλμπουμ που ενώνει εικόνες και βίντεο και για τα 11 τραγούδια και πλούσιο backstage υλικό, κινούμενη ανάμεσα στο mood board και την performance, την πρωτοπρόσωπη αφήγηση και την παρακολούθηση της δημιουργικής διαδικασίας. Και πιάνοντας την κάμερα, η Charli XCX θέλει να το καταστήσει για μία ακόμη φορά σαφές: δεν είναι φτιαγμένη μόνο για να ποζάρει, αλλά για να αποφασίζει τι βρίσκεται μέσα στο κάδρο και τι μένει έξω από αυτό.
No One Lasts Forever
«I think the dance floor is dead/So now we’re making rock music» διατείνεται προβοκατόρικα η Charli XCX στο «Rock Music», ανάβοντας φωτιές που τράβηξαν στην κουβέντα ακόμα και τη βασίλισσα Madonna, που έσπευσε να υπερασπιστεί τις πίστες όπου αφήνει ακόμα χρυσές καταθέσεις ψυχής.
Στην πραγματικότητα βέβαια -όπως άλλωστε και η ίδια η Charli έσπευσε να διευκρινίσει- η ατάκα δεν φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ληξιαρχική πράξη θανάτου της club κουλτούρας (πώς θα μπορούσε άλλωστε;) αλλά ως φωτεινή έξοδος κινδύνου από το Brat club, έστω και προσωρινά. Το dancefloor, ο χορός, η ηλεκτρονική μουσική δεν πέθαναν για τη Charli, αλλά σε αυτό το επεισόδιο δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως το δημιουργικό της καταφύγιο. Μετά την τεράστια επιτυχία του «Brat», οι παγίδες κορεσμού καραδοκούν και η ίδια καλείται να αφήσει το δωμάτιο όσο οι άλλοι ακόμη χορεύουν, για να διασώσει τη δημιουργική της ελευθερία.
Άλλωστε, «No One Lasts Forever», όπως μας θυμίζει η φωνή του David Cronenberg για ένα ολόκληρο λεπτό και είκοσι δευτερόλεπτα στο outro του άλμπουμ. Οι καλλιτέχνες πεθαίνουν και οι σκηνές διαλύονται, αλλά η σπουδαία τέχνη ζει για πάντα, το αποτύπωμά της αψηφά τον χρόνο και, μέσα στο πηγαινέλα των τάσεων, η κάθε γενιά βρίσκει τα χνάρια που την οδηγούν σε αναβιώσεις που ίσως με τη σειρά τους οδηγήσουν στις δικές της μουσικές επαναστάσεις. Έχουν κηδέψει το ροκ άλλωστε τόσες φορές, που κάθε τελετή μοιάζει να είναι μία ακόμη απόδειξη για την αιώνια ζωντάνια της γλώσσας του ή έστω για το πόσο ζωντανή είναι η ανάγκη μας γι’ αυτό.
Η Charli XCX φαίνεται να τα γνωρίζει όλα αυτά και, δύο χρόνια μετά το απόλυτο Brat καλοκαίρι που την έκανε παγκόσμιο και crossover σύμβολο pop κουλτούρας, κάνει το πιο brat πράγμα που θα μπορούσε να κάνει στη συγκεκριμένη στιγμή της καριέρας της: να απαντήσει δηλαδή στην ερώτηση-παγίδα «Μετά το Brat τι;» με ένα anti-brat άλμπουμ που φωνάζει ακόμα και όταν μουρμουρίζει ότι δεν έχει καμία πρόθεση να θαφτεί ζωντανό κάτω από το βάρος της επιτυχίας του προκατόχου του.
«I don’t wanna go home/Now I’m more confident than ever/Since everyone knows my name/All the parties got better/So now I’m sitting on the floor of a Parisian apartment/With a French girl talking ’bout philosophy/And I know deep down that it’s here and now/’Cause nothing’s gonna last forever».
Πηγή: athensvoice.gr
