Όλα έδειχναν από νωρίς ότι η συναυλία της Δευτέρας 15/6 θα γιόρταζε με τον καλύτερο τρόπο το σπουδαίο αυτό ορόσημο για το Release Athens. Τα 10 χρόνια παρουσίας στα συναυλιακά δρώμενα της χώρας, θα ξεκινούσαν με ένα live-γιορτή και επιστροφή στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν η Generation X (κατά κύριο λόγο) και οι Millenials διαμόρφωναν τους νέους μουσικούς ορίζοντες. Οι Ecca Vandal, Viagra και φυσικά οι Limp Bizkit, το συγκρότημα που ταυτίστηκε με το τέλος εκείνης της εποχής και τη μετάβαση στο millenium, μας χάρισαν μια αξέχαστη βραδιά που ανεβάζει ήδη ψηλά τον πήχυ για το υπόλοιπο συναυλιακό καλοκαίρι. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή (κείμενο: Μπάμπης Καλογιάννης).
Σε ένα δειλινό ιδανικό για live από άποψη καιρού, ο κόσμος κατέβηκε από πολύ νωρίς στην Πλατεία Νερού, με τους παρευρισκόμενους να ανέρχονται ήδη σε πολλές χιλιάδες, γύρω στις 19.30. H Νοτιοαφρικανή Ecca Vandal με το σχήμα της έδωσαν το έναυσμα για να ξεκινήσει το πάρτι, με το κοινό να έχει ήδη κατακλύσει τις πρώτες σειρές μπροστά από τη σκηνή. Ο μοντέρνος και ενεργητικός ροκ ήχος της ζέστανε τον κόσμο, ο οποίος έδειξε τις διαθέσεις της βραδιάς καθώς άρχισαν οι πρώτοι «χοροί» στις μπροστινές σειρές. Σαν μια πιο σκοτεινή και σκληρή εκδοχή της Avril Lavigne, η Vandal μεταπηδά με ευκολία και άνεση από τη μία επιρροή της στην άλλη, με τα ηλεκτρονικά περάσματα να εμπλουτίζουν τη βάση του εναλλακτικού ροκ της. Σύμμαχος του γκρουπ και ο εξαιρετικός ήχος, ο οποίος συνεχίστηκε και για το υπόλοιπο της βραδιάς. Στο τέλος, οι Ecca Vandal ευχαρίστησαν ένθερμα το ελληνικό κοινό, ο όγκος του οποίου είχε αρχίσει να προϊδεάζει για μία από τις πολυπληθέστερες συναυλίες στην ιστορία του Release Athens.
Ενός φεστιβάλ που έχει σταματήσει εδώ και καιρό να είναι μια απλή μουσική συγκέντρωση, με τις παλιές και νέες παρέες να κάνουν το ετήσιο catch-up, έχοντας να συζητήσουν τόσο για τις αναμνήσεις από την Πλατεία Νερού, όσο και για τα σημαντικά live που έρχονται. Εναλλακτικά τυπάκια, οι έφηβοι των ’90s με αντίστοιχη αμφίεση και διάθεση, ροκάδες, μεταλλάδες, αλλά και ράπερ, σε μια συναυλία χωρίς στεγανά που ένωσε τις μουσικές «φυλές», που με τη σειρά τους έδειξαν να έχουν ξεπεράσει τις όποιες προκαταλήψεις του παρελθόντος. Καθώς οι Body Count δίνουν το σύνθημα από τα ηχεία, φοράμε τα καπέλα ανάποδα και έτοιμοι για Viagra Boys.
Μετά από 11 χρόνια γεμάτης καριέρα, το γκρουπ από τη Στοκχόλμη δείχνει να έχει μια παγιωμένη σχέση με το ελληνικό κοινό, ευρισκόμενο σε μια πιο ώριμη φάση της καριέρας του, σε σχέση με το καταιγιστικό και ακατέργαστο ξεκίνημά του. Ο πολύ καλός ήχος αποτέλεσε αφορμή για μια εξαιρετική εμφάνιση, στην οποία πρωτοστάτησε φυσικά ο πληθωρικός frontman, Sebastian Murphy. Παίζοντας με άνεση με το κοινό, ο Murphy έδειξε ιδιαίτερη θεατρικότητα κατά την εμφάνισή του, αποτελώντας ένα ξεχωριστό υβρίδιο μεταξύ του Ίγκι Ποπ και ενός Andrew Eldritch (Sisters of Mercy). Οι φανατικοί του γκρουπ ήξεραν πολύ καλά το υλικό τους και είχαν στήσει το δικό τους πάρτυ στις πρώτες σειρές, ενώ για τους μη εξοικειωμένους με τον ήχο τους, οι Viagra Boys απέδωσαν πολύ καλά τον ίδιαίτερο post-punk ήχο τους. Highlight της συναυλίας φυσικά το αγαπημένο «Sports», που έκανε και τον τελευταίο παρευρισκόμενο να λικνίζεται υπό τον μαγνητικό ρυθμό του. Οι Viagra Boys δείχνουν να βρίσκονται στην καλύτερη ίσως στιγμή της πορείας τους και είναι σίγουρο πως θα μας απασχολήσουν εκ νέου στο μέλλον. Μας αποχαιρέτησαν με το «Up where we belong» του Τζο Κόκερ, με τον κόσμο να ανυπομονεί για το «κυρίως πιάτο» της βραδιάς…
…με την εμφάνιση ενός συγκροτήματος για το οποίο μπορούν να ειπωθούν πολλά, αλλά σε καμία περίπτωση το ότι υπήρξε για κάποια στιγμή αδιάφορο για το ευρύ κοινό. Οι Limp Bizkit υπήρξαν ορόσημο για τον σκληρό ήχο από τα μέσα των ’90s κι έπειτα. Ήταν το συγκρότημα που μαζί με τους Korn, τους Linkin Park, τους Slipknot και τους υπόλοιπους της συνομοταξίας τους δημιούργησαν το νέο soundtrack της Γενιάς Χ, όταν και μετά τον θάνατο του Κερτ Κομπέιν, έκλεισε ένας πολύ μεγάλος ροκ, αλλά και μουσικός γενικότερα κύκλος. Έναν νέο ήχο που πήγε των οργή των (κάθε) Nirvana πολλά βήματα παραπέρα, παγιώνοντας τη σχέση του hip hop με το metal, αρκετά χρόνια μετά την πρώτη της εμφάνιση, με τη σύμπραξη των Public Enemy με τους Anthrax. Με προφανή διάθεση trolling, οι Limp Bizkit ξεγέλασαν το κοινό με δύο αντίστροφες μετρήσεις, μέχρι τη στιγμή που ανέβηκαν στη σκηνή του Release Athens μέσα σε αποθέωση, έτοιμοι να μας χαρίσουν μια αξέχαστη εμφάνιση…
…γεμάτη hits. Και κυρίως μια ανεπανάληπτη σύνδεση μεταξύ συγκροτήματος και κοινού. Με τους θεατές που γνωρίζουν πολύ καλά ποιους ήρθαν να δουν και τη μορφή που ακούει στο όνομα Fred Durst να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή πώς να τους ξεσηκώσει και πώς να «παίξει» μαζί τους. Έχοντας φυσικά για σύμμαχο τους ύμνους που καθόρισαν μια ολόκληρη περίοδο του σκληρού ήχου, hits που ήταν όλα εκεί σε μια απόλυτα χορταστική εμφάνιση από άποψη setlist. Από το «My Generation» που έκανε όλη την Πλατεία Νερού να πηγαίνει πάνω κάτω, το «Take a Look Around» που έκλεινε το μάτι στους σινεφίλ, καθώς φυσικά και το μυθικό «Break Stuff» που αποδόθηκε δύο φορές και αποτέλεσε ίσως το highlight της εμφάνισής τους. Ατάκες όπως «It’s just one of those days» και «If only we could fly» ήταν αρκετές ώστε να κάνουν το κοινό να τραγουδάει όλους τους στίχους, κάτι στο οποίο βοηθούσε και το πρωτότυπο γεγονός ότι εμφανίζονταν στο videowall πίσω από το συγκρότημα. Ιδιαίτερη πινελιά αποτέλεσαν τα ποπ άσματα που ακούγονταν ανάμεσα στα τραγούδια, με τα Tainted Love (Soft Cell) και Cars (Gary Numan) να κλέβουν την παράσταση. O Wes Borland με την εκκεντρική εμφάνιση και σε μεγάλα κέφια, υπήρξε βράχος στη συνολική απόδοση του γκρουπ, ενώ ιδιαίτερα συγκινητική ήταν αφιέρωση της διασκευής του Behind Blue Eyes των The Who στον εκλιπόντα μπασίστα Sam Rivers, ο οποίος ξεκίνησε μαζί με τον Durst τους Limp Bizkit το μακρινό 1994. Η συναυλία του γκρουπ χαρακτηρίστηκε σίγουρα από ένα από τα μεγαλύτερα mosh pits που έχουμε δει στο Release Athens, κάτι που είδαμε ξεκάθαρα στα έτερα hits της μπάντας όπως τα «9 Teen 90 Nine», «Nookie», καθώς φυσικά και το αγαπημένο «My Way». Ο Fred Durst απορούσε και δικαίως για το πώς παρέλειψαν να επισκεφτούν τόσα χρόνια τη χώρα μας, έχοντας συνολικά μια απόδοση άκρως επαγγελματική, ισάξια ενός βετεράνου frontman που για μια περίοδο μονοπωλούσε την επικαιρότητα του σκληρού ήχου. Οι Limp Bizkit αποχωρούν μέσα σε αποθέωση και μετά από μια εμφάνιση που πολύ δύσκολα θα άφησε κάποιον παραπονεμένο, οπαδό τους ή μη. Δικαιολογώντας πλήρως τη θέση του γκρουπ ως headliner των μεγαλύτερων φεστιβάλ παγκοσμίως, τα τελευταία χρόνια.
Έχουν περάσει τρεις δεκαετίες από τότε που οι Limp Bizkit έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση στο μουσικό τοπίο και το συνολικό τους αποτύπωμα φάνηκε με τον καλύτερο τρόπο, στην πρεμιέρα του Release Athens για το 2026. Το συγκρότημα βρέθηκε στο κατάλληλο σημείο, στη μετάβαση από τα φυσικά format στο mp3 και τις streaming υπηρεσίες. Η μουσική κληρονομιά των 90s φαίνεται πως θα μας απασχολεί για πολλές δεκαετίες ακόμα και η χτεσινή εμφάνιση των Bizkit μαρτυρούσε αυτό ακριβώς. Πώς οι αναμνήσεις μιας ολόκληρης γενιάς μετατρέπονται σε γιορτή και συναυλιακό σημείο αναφοράς.
Οι ίδιοι τους προς το τέλος μας τραγούδησαν «My Way or the Highway». Όπως ακριβώς πορεύτηκαν.
























Πηγή: athensvoice.gr
