Ο DJ ανήκει πλέον στην αφρόκρεμα της βερολινέζικης σκηνής.
Υπάρχουν DJs που έρχονται για να «παίξουν». Και υπάρχουν κι εκείνοι που κουβαλούν ολόκληρη σκηνή στους ώμους τους, ιστορία, ήχο, διαδρομή, φιλοσοφία. Ο Μαρσέλ Ντέτμαν ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Ίσως και σε μια τρίτη, πιο σπάνια: εκείνη των καλλιτεχνών που δεν ενδιαφέρονται να αποδείξουν τίποτα, επηρεάζουν πάρα πολλά. Η έλευσή του στην Αθήνα, για μια εμφάνιση στα EDEN Sundays στο Ωδείο Αθηνών την Κυριακή 30 Νοεμβρίου είναι από μόνη της ένα γεγονός. Από εκείνα τα γεγονότα που δεν περιμένεις μόνο για να δεις και να ακούσεις έναν αγαπημένο σου headliner, αλλά για να νιώσεις λίγη από την αύρα της ιστορίας που κουβαλάει στην πόλη σου.
Ένα techno αστέρι γεννιέται πουλώντας δίσκους από το υπνοδωμάτιό του
Γεννημένος στην μικρή πόλη Pößneck της Ανατολικής Γερμανίας, ο Μαρσέλ Ντέτμαν μεγάλωσε μέσα στις χάρες της γερμανικής φύσης, στο Fürstenwalde, ένα ήσυχο χωριό κοντά στο ανατολικό Βερολίνο, σε μια περιοχή γεμάτη δάση και λίμνες. Όπως ήταν φυσικό δεδομένης της εξέλιξης του το μουσικό στρατόπεδο που που διάλεξε ως έφηβος δεν ήταν εκείνο της ‘80s pop, αλλά το σκοτεινό αντίπαλο δέος, της new-wave, της post-punk και της industrial που άνθισε την ίδια δεκαετία με τη Γερμανία να αναδεικνύεται σε κραταιή δύναμη παραγωγής της. Depeche Mode, The Cure, O.M.D ήταν το soundtrack της εφηβείας του το οποίο ξεδιάλεγε από την περιορισμένη δημιουργική αγορά της Ανατολικής Γερμανίας, από τα μικρά δισκάδικα ακόμα και από «απαγορευμένες» ραδιοφωνικές εκπομπές.

Στα αρχές των ‘90s o δεκαπεντάχρονος Ντέτμαν πέφτει πάνω στην την techno – που αλλού; – στο θρυλικό Tresor που τότε διένυε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην πρώτη του εγκατάσταση στο εντελώς υποβαθμισμένο Mitte της εποχής. Ο Jeff Mills δείχνει και σε εκείνον -όπως σε τόσους και τόσους άλλους εκείνης της γενιάς αλλά και όσων ακολούθησαν- του δείχνει τον δρόμο που πρόκειται να βαδίσει και ο νεαρός Ντέτμαν βρίσκει τον μουσικό του δρόμου.
Πίσω στο Fürstenwalde, ελλείψει δίσκων και λοιπών ερεθισμάτων, ο Μαρσέλ Ντέτμαν στήνει το δικό του μικρό δίκτυο εισαγωγής και διανομής δίσκων με έδρα το παιδικό του δωμάτιο. Ξεκινάει να εισάγει techno κυκλοφορίες τις οποίες πουλάει στους φίλους του, επεκτείνοντας σιγά σιγά το δίκτυο πωλήσεων του μέσω ταχυδρομείου αλλά και αυξάνοντας παράλληλα την προσωπική του συλλογή και το κύρος του. Είναι η πρώτη εύγλωττη εκδήλωση του DIY πνεύματος και της καινοτομίας ως βασικού άξονα της καλλιτεχνικής του ύπαρξης που θα τον ακολουθήσουν στη μεγάλη καριέρα που τον περιμένει.
Berghain Calling
Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 ο Μαρσέλ Ντέτμαν ξεκινάει να διοργανώνει αυτοδιαχειριζόμενα πάρτι τα οποία βοηθούν να ακουστεί κι άλλο το όνομά του στους ηλεκτρονικούς και underground clubbing κύκλους. Το 1999 σφραγίζει και επίσημα την είσοδό του σε αυτόν τον κόσμο ως resident DJ στο Ostgut -το προκάτοχο club του θρυλικού Berghain- ενώ σύντομα ακολουθεί πρόσκληση συνεργασίας από το ελίτ και πρωτοπόρο δισκάδικο ηλεκτρονικής μουσικής Hard Wax όπου και θα παραμείνει μέχρι το 2012. O Μαρσέλ Ντέτμαν ανήκει πια αδιαμφισβήτητα στην αφρόκρεμα της «μαμάς» βερολινέζικης ηλεκτρονικής σκηνής και από εκεί και πέρα ο μύθος γράφεται μόνος του.

Τις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν θα δουλέψει με τους πάντες: από τον θρυλικούς πρωτοπόρους Jeff Mills και Carl Craig μέχρι τον Ben Clock και τον DJ Pete. Πιστός στην παλιότερη ακολουθία του DJ-producer που ήθελε τους DJs να εξελίσσονται σε παραγωγούς και όχι το ανάποδο όπως ισχύει σήμερα θα κυκλοφορήσει τη δικιά του μουσική μία και πλέον δεκαετία μετά το DJ ξεκίνημά του, το EP “Quicksand/Gataway” από την Ostgut Ton το 2006 θα κερδίσει τις εντυπώσεις και θα δώσει ένα ισχυρό σήμα κατατεθέν για το λιτό αλλά σκληρό αισθητικό στιλ ενώ οι σχεδόν παράλληλες συνεργασίες του με τον Ben Clock (“Drawing/Dead Man Watches the Clock” και “Scenario”) αφήνουν τη δικιά τους εποχή.
Και η ιστορία συνεχίζεται με τον Ντέτμαν να γίνεται ένας τιτάνας του Berghain συνδιαμορφώνοντας την τελευταία ακμάζουσα περίοδο της κουλτούρας που τον γέννησε. Παράλληλα συνεργάζεται πότε ως curator πότε ως contributor με υψηλού επιπέδου projects και συλλογές ηλεκτρονικής μουσικής: fabric, DJ Kicks, Denkmantel. Όλες οι μητροπόλεις της ηλεκτρονικής μουσικής, από το Λονδίνο μέχρι το Άμστερνταμ στέλνουν σωρηδόν booking requests ενώ ο Ντέτμαν αυξάνει κι άλλο τη διείσδυσή του στο «μη παραδοσιακό» κοινό με remixes σε μια πληθώρα καλλιτεχνών, από τους Moderat μέχρι τη Fever Ray αλλά και τους Junior Boys. Πρεσβεύοντας με κάθε τρόπο την techno πολυμορφία και τη διαχρονικότητα του genre που κλήθηκε να εκπροσωπήσει.

Techno is the soundtrack of the future
Αυτό ακριβώς είχε δηλώσει χρόνια πίσω ο Μαρσέλ Ντέτμαν ατενίζοντας ένα μέλλον στο οποίο ο κόσμος θα χορεύει με τον ήχο των βερολινέζικων υπογείων και παλιών εργοστασίων τις δεκαετίες πριν το Millennium. Ίσως να μην ήθελε αυτό το μέλλον να έρθει ως tight bundle με τους όρους της μαζικής διασκέδασης, όπως πάνω-κάτω έχει συμβεί και εδραιωθεί ιδίως την τελευταία δεκαετία, μιας και ο ίδιος στέκεται με κάθε τρόπο απέναντι στη θέαση της techno ως ενός trend ή ακόμα χειρότερα ίσως ενός προνομίου, ωστόσο είχε δίκιο. Η μουσική της δικιάς του νεότητας ζει και βασιλεύει ακόμα σε όλα τα σκοτεινά πάρτι του σήμερα και του αύριο και λάμπει στο σκοτάδι, κόντρα σε όλες τις κακές μεταφράσεις και μεταγλωττίσεις που παραμονεύουν, κόντρα σε όλα όσα μοιραία αλλάζουν. Για την ακρίβεια αν κάτι μπορεί να σώσει αυτή τη μεγάλη, ιστορική σκηνή που παλεύει για την επιβίωσή της είναι ακριβώς αυτή η μουσική και η διαχρονικότητά της. Και οι άνθρωποι που την υπηρέτησαν όπως ο Μαρσέλ Ντέτμαν: λιτά και απέριττα αλλά τόσο δυνατά, με αποστομωτικό σφιχτό ρυθμό και σχεδόν αλάθητο ένστικτο, με βαριές γειώσεις, με γνώση, ειλικρίνεια και techno ήθος. Όλα εκείνα που όσο περισσότερο σπανίζουν τόσο περισσότερο (πρέπει να) θυμόμαστε να εκτιμάμε.
Πηγή: athensvoice.gr
