Η ιστορία ακούγεται σχεδόν απίθανη: οι Wham!, στο απόγειο της καθαρόαιμης ποπ δόξας τους, προσλαμβάνουν τον Λίντσεϊ Άντερσον για να γυρίσει την ταινία της ιστορικής περιοδείας τους στην Κίνα.
Στη μία πλευρά, ένας από τους πιο αυστηρούς, πολιτικούς και ιδιοσυγκρασιακούς σκηνοθέτες του βρετανικού κινηματογράφου, ο δημιουργός του If… και του O Lucky Man!. Στην άλλη, ο Τζορτζ Μάικλ, ο Άντριου Ρίτζλεϊ, τα ξανθά μαλλιά, τα σορτς, η ποπ αθωότητα και η μηχανή ενός συγκροτήματος που ετοιμαζόταν να γίνει παγκόσμιο φαινόμενο.
Το 1985, οι Wham! έγιναν το πρώτο δυτικό ποπ σχήμα που εμφανίστηκε στην κομμουνιστική Κίνα. Η επίσκεψη ήταν ιστορική, αλλά δεν ήταν μόνο ρομαντική πολιτιστική αποστολή. Ήταν και ένα εξαιρετικά υπολογισμένο επικοινωνιακό σχέδιο: η ομάδα τους ήθελε να δημιουργήσει ένα διεθνές γεγονός που θα βοηθούσε το συγκρότημα να περάσει δυναμικά στην αμερικανική αγορά, χωρίς την εξαντλητική πίεση μιας τεράστιας περιοδείας στις Η.Π.Α.

Ο παραγωγός Μάρτιν Λιούις είχε άλλη φιλοδοξία. Δεν ήθελε ένα απλό ταξιδιωτικό φιλμάκι για τους θαυμαστές, ούτε μια γυαλισμένη MTV εκδοχή της κινεζικής περιπέτειας των Wham!.
Ήθελε ένα κανονικό κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ, μια ταινία που θα έβλεπε τη σύγκρουση δύο κόσμων: Από τη μία την Κίνα λίγο πριν από τη μεγάλη της μεταμόρφωση, από την άλλη δύο νεαρούς Βρετανούς ποπ σταρ που κουβαλούσαν μαζί τους την εικόνα του νέου δυτικού καταναλωτικού κόσμου.
Γι’ αυτό στράφηκε στον Λίντσεϊ Άντερσον. Στα χαρτιά, η επιλογή είχε κύρος. Στην πράξη, ήταν σχεδόν προορισμένη να συγκρουστεί με την πραγματικότητα των Wham!. Ο Άντερσον δεν ήταν σκηνοθέτης διαφημιστικού υλικού. Δεν ενδιαφερόταν να παραδώσει ένα χαρούμενο αρχείο περιοδείας, φτιαγμένο για γρήγορη κατανάλωση. Έβλεπε αλλού: Στην Κίνα, στο παράδοξο της στιγμής, στην πολιτική εικόνα, στην αμηχανία της συνάντησης.
Το πρόβλημα ήταν ότι οι ίδιοι οι Wham! φαίνεται πως δεν είχαν προετοιμαστεί για αυτό το σχέδιο. Ο Τζορτζ Μάικλ και ο Άντριου Ρίτζλεϊ περίμεναν κάτι πολύ πιο άμεσο, πιο κοντά στο «τι ζήσαμε στην Κίνα» παρά σε ένα δομημένο κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ με πολιτική και πολιτισμική φιλοδοξία. Όταν είδαν την πρώτη εκδοχή του Άντερσον, η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες τους και σε αυτό που είχε γυριστεί ήταν τεράστια.
Λίγους μήνες μετά την επιστροφή από την Κίνα, ο Άντερσον απολύθηκε. Η δική του εκδοχή, με τίτλο If You Were There… έμεινε για δεκαετίες σχεδόν αόρατη, σαν μια κομμένη εκδοχή μέσα στην ιστορία της βρετανικής ποπ. Το υλικό ξαναμονταρίστηκε σε μια πιο σύντομη, πιο γυαλισμένη και πιο εμπορική ταινία, το Wham! in China: Foreign Skies, που προβλήθηκε το 1986 στο Γουέμπλεϊ, την ημέρα της τελευταίας συναυλίας του συγκροτήματος.

Η σύγκρουση, όμως, δεν ήταν απλώς αισθητική. Ήταν σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ιδέες για το τι μπορεί να είναι μια εικόνα. Για τον Άντερσον, το υλικό από την Κίνα μπορούσε να γίνει ταινία για μια χώρα σε μετάβαση, για την περίεργη επαφή της δυτικής ποπ με έναν αυστηρά ελεγχόμενο κόσμο, για τη στιγμή όπου η διασκέδαση γίνεται πολιτισμικό γεγονός. Για τη μηχανή των Wham! έπρεπε γρήγορα να γίνει προϊόν: κάτι που θα πουλιόταν, θα ενίσχυε τον μύθο, θα συντηρούσε τη λάμψη.
Εκεί μπαίνει και ο Τζορτζ Μάικλ. Ο Άντερσον φαίνεται πως κράτησε για χρόνια την πικρία του κυρίως προς εκείνον, σαν να περίμενε μια σχέση καλλιτέχνη προς καλλιτέχνη που τελικά δεν συνέβη ποτέ. Ο Λιούις, αντίθετα, υποστηρίζει ότι το πραγματικό πρόβλημα βρισκόταν περισσότερο στους μάνατζερ και στη διαχείριση της ταινίας παρά στον ίδιο τον Μάικλ. Ο νεαρός ποπ σταρ βρέθηκε μπροστά σε ένα έργο που δεν είχε ζητήσει πραγματικά, δεν είχε καταλάβει πλήρως και δεν εξυπηρετούσε πια τη νέα του πραγματικότητα.
Γιατί εκείνη την εποχή άλλαζαν όλα. Ο Τζορτζ Μάικλ είχε ήδη αρχίσει να σκέφτεται το τέλος των Wham! και την επόμενη φάση του ως σόλο καλλιτέχνης. Το συγκρότημα είχε κατακτήσει την Αμερική, αλλά ο ίδιος ήθελε να κατέβει από τον μηχανισμό που τον μετέφερε από επιτυχία σε επιτυχία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα αργό, σοβαρό, πολιτισμικά ανήσυχο ντοκιμαντέρ δεν ήταν αυτό που χρειαζόταν η ομάδα του.
Χρειαζόταν ένα τελευταίο προϊόν, ένα γρήγορο εμπορικό αντικείμενο για την αγορά της βιντεοκασέτας, που τότε άρχιζε να αλλάζει την ψυχαγωγία. Μόλις έναν χρόνο νωρίτερα, το Making Michael Jackson’s Thriller είχε δείξει ότι ένα παρασκήνιο γύρω από ένα μουσικό βίντεο μπορούσε να πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα σε VHS. Η ταινία των Wham!, με το σωστό μοντάζ, μπορούσε να μπει στην ίδια λογική.
Η ειρωνεία είναι ότι το αρχείο του Άντερσον επέστρεψε. Η νέα ταινία Wham! 10 Days in China αξιοποιεί μεγάλο μέρος από το υλικό που είχε γυριστεί τότε και ξαναδιαβάζει την περιοδεία όχι μόνο ως ποπ θρίαμβο, αλλά ως παράξενο πολιτισμικό επεισόδιο του ύστερου Ψυχρού Πολέμου.
Οι Wham! στην Κίνα δεν ήταν απλώς δύο νεαροί σταρ σε εξωτικό φόντο. Ήταν μια εικόνα της δυτικής ποπ κουλτούρας που έμπαινε, με χορογραφία, δημοσιογραφικά συνεργεία και εμπορική αυτοπεποίθηση, σε έναν κόσμο που μόλις άνοιγε τις χαραμάδες του.
Αυτό κάνει την ιστορία πιο ενδιαφέρουσα σήμερα. Όχι επειδή χρειάζεται να αποφασίσουμε ποιος είχε δίκιο, ο Άντερσον ή οι Wham!. Αλλά επειδή δείχνει κάτι πιο βαθύ για την ποπ κουλτούρα: πόσο συχνά τα αρχεία της είναι χτισμένα πάνω σε παρεξηγήσεις, κομμένες εκδοχές, προϊόντα που αντικατέστησαν ταινίες και ιστορίες που έμειναν θαμμένες επειδή δεν χωρούσαν στην εικόνα που έπρεπε τότε να πουληθεί.
Σαράντα χρόνια μετά, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη ανάμεσα στον Τζορτζ Μάικλ και τον Λίντσεϊ Άντερσον. Είναι τι συμβαίνει όταν μια ποπ στιγμή είναι πιο περίπλοκη από τον ίδιο της τον μύθο.
Και τι μένει τελικά από μια εικόνα όταν περάσει ο χρόνος, ξεθωριάσει το προϊόν και αρχίσει να ακούγεται ξανά το αρχείο.
Πηγή: ogdoo.gr
