Media

TIFF 2026: ​Λίγες πρώτες σκέψεις για το «Elsinore» που θριάμβευσε στις βραβεύσεις

[Με δεδομένο ότι δεν επιτρέπονται οι εκτενείς κριτικές για την ταινία που θριάμβεψε κερδίζοντας το μεγάλο βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, κάποιες διάσπαρτες σκέψεις εμπνευσμένες από τις σκηνές της ταινίας που αποτυπώθηκαν πιο έντονα στη μνήμη μου].

Πάνω στη νεκροκεφαλή, μια επιγραφή με μαρκαδόρο υπενθυμίζει ότι κάπως έτσι θα μοιάζουμε στο τέλος και κάπως έτσι η θεατρική ποίηση συναντά την αδιακρισία μιας πρόχειρης σημείωσης. Στο «Elsinore», ο θάνατος βρίσκεται ήδη μέσα στην αίθουσα της πρόβας, ανάμεσα στα αντικείμενα, στις ατάκες και στα σώματα. Ο άνθρωπος που ετοιμάζεται να υποδυθεί τον Άμλετ τον αναγνωρίζει διακειμενικά, πλουραλιστικά, πολυμεσικά όμως, εξακολουθεί να θέλει τον ρόλο ακόμα και όταν η ζωή του κινδυνεύει. Ίσως να τον θέλει ακόμη περισσότερο τώρα που οι λέξεις έχουν αποκτήσει μια επικίνδυνα προσωπική σημασία (δημοσιογράφος: Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος).

Ο Σάιμον Στόουν, σε σενάριο του Στίβεν Μπέρεσφορντ, επιστρέφει στους τελευταίους μήνες της ζωής του Ίαν Τσάρλσον, του Σκωτσέζου ηθοποιού που το ευρύτερο κοινό γνώρισε μέσα από τους «Δρόμους της φωτιάς» («Chariots of Fire»), ενώ το κοινό του Giallo τον αποθέωσε μέσα από τον «Τρόμο στην Όπερα» του Ντάριο Αρτζέντο. Το 1989, ενώ ήταν βαριά άρρωστος από AIDS, ο Τσάρλσον ανέλαβε τον Άμλετ στο Εθνικό Θέατρο της Βρετανίας, αντικαθιστώντας τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Ο Άντριου Σκοτ τον υποδύεται τον Τσάρλσον, με την Ολίβια Κόλμαν στον ρόλο της γιατρού του που έκανε υπερπροσπάθειες να δώσει ένα αξιοπρεπές τέλος στις ζωές των ασθενών της όταν το AIDS έμοιαζε να μην έχει πραγματική θεραπεία. Η ταινία συγκεντρώνεται σε αυτή τη συνάντηση της σωματικής εξάντλησης με μια καλλιτεχνική επιθυμία που παραμένει ανεξάντλητη, και τι διοχετεύει σε αυτό το μοναδικό δίπολο προσωπικοτήτων.

Η ανάμνηση του «Δρόμοι της Φωτιάς» (Chariots of Fire), των «Στιγμών δόξας» όπως το ονομάζει ο ιταλικός τίτλος (Momenti di gloria) στις αφίσες που βλέπουμε στο διαμέρισμά του, δίνει μια σχεδόν οδυνηρή προοπτική στη διαδρομή του. Ο κινηματογράφος έχει διατηρήσει ένα «σώμα αθλητικό» που τρέχει, που αναπνέει, που κατακτά τον χώρο. Στο παρόν της ιστορίας, κάθε τέτοια δυνατότητα απαιτεί πλέον διαπραγμάτευση. Η εικόνα της νεότητας εξακολουθεί να υπάρχει (σχεδόν) άφθαρτη, ενώ ο άνθρωπος που της έδωσε μορφή πρέπει να αντιμετωπίσει τη δική του φθορά μαζί με το επικείμενο τέλος.

Η παραδοχή ότι κάποτε εκείνος ευχόταν να μη γεράσει και τώρα εύχεται απλώς να ζήσει περιέχει όλο το βάρος αυτής της μετατόπισης. Η νεότητα αντιμετωπίζει συχνά τα γηρατειά σαν προσβολή που καλό θα ήταν να αποφευχθεί. Η αρρώστια αποκαλύπτει ξαφνικά πόση ζωή είχαμε συμπεριλάβει σε εκείνη την πρόχειρη απόρριψη. Το να γεράσεις λοιπόν, υπό αυτό το πρίσμα, γίνεται μια πιθανότητα που θα ήθελες απεγνωσμένα να σου δοθεί, μαζί με όσα κάποτε σε φόβιζαν: Τις ρυτίδες στο πρόσωπο, τις συνήθειες που αποκτούν νέο αντίβαρο, την «αργή κίνηση» στη ζωή που επιταχύνει, την επανάληψη των ίδιων ιστοριών -φτιαγμένες πλέον για αναγνώστες άλλων απαιτήσεων-.

Το «Elsinore» βρίσκει τον ουσιαστικό του πυρήνα όταν επιμένει στο περιεχόμενο αυτής της επιθυμίας για ζωή. Ο Τσάρλσον θέλει να εργαστεί, να συναντήσει ανθρώπους, να ακούσει μουσική, να εκνευριστεί, να αστειευτεί, όπως επίσης να παίξει έναν ρόλο που μοιάζει να τον περίμενε. Το «πάντα ήταν ο Άμλετ» ακούγεται ως αναγνώριση μιας σταθερής επιθυμίας, εκείνης που παρέμενε παρούσα ενώ η υπόλοιπη ζωή άλλαζε σχέδια.

Κακά τα ψέματα: Η επιλογή αποκτά ιδιαίτερη ένταση επειδή ο Άμλετ είναι γεμάτος νεκρούς και ανθρώπους που προσπαθούν να αποφασίσουν τι θα κάνουν όσο παραμένουν ζωντανοί. Για τον ηθοποιό, η συνάντηση με το έργο προσφέρει μια γλώσσα αρκετά μεγάλη ώστε να χωρέσει τον φόβο, την οργή, την αμφιβολία και την επιμονή του (ιδιαίτερα στο πρωτότυπο κείμενο ή τις ποιητικές του αποδόσεις). Η προσωπική εμπειρία εισχωρεί στον ρόλο, αλλά το κείμενο μπορεί επίσης να του επιτρέψει να πάρει για λίγο απόσταση από τον εαυτό του για να εκφράσει κάτι δικό του χωρίς να χρειάζεται να το εξομολογηθεί… ως ασθενής. Αυτό κάνει την αποστολή του Σκοτ εξαιρετικά απαιτητική. Υποδύεται έναν ηθοποιό που ερμηνεύει έναν άλλον άνθρωπο, ενώ το σώμα του πρώτου παρεμβαίνει διαρκώς στην ελευθερία του δεύτερου. Στις θεατρικές σκηνές, η ερμηνεία του αποκτά μια αλήθεια που δεν χρειάζεται πρόσθετη εξήγηση. Η καθαρότητα της φωνή οργώνει τον χώρο, η σκέψη προηγείται της φράσης, η ένταση προκύπτει από την αλληλεπίδραση με το κείμενο. Έξω από τη σκηνή, το αποτέλεσμα μου φαίνεται πιο άνισο αλλά άκρως κινηματογραφικό. Υπάρχουν στιγμές μεγάλης ακρίβειας, αλλά και άλλες όπου η καθοδήγηση μοιάζει να αφήνει τον Σκοτ ανάμεσα στη βιωμένη συμπεριφορά και στην εικόνα της οδύνης που η ταινία θέλει να μας δείξει. Η συγκίνηση γίνεται τότε κάπως προαποφασισμένη [οι τεχνητοί ανοιχτόχρωμοι φακοί επαφής, όταν τραβούν την προσοχή περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, ενισχύουν αυτή την αίσθηση της κατασκευής. Το βλέμμα διαθέτει ήδη αρκετή δύναμη· δεν ωφελείται πάντοτε όταν η μεταμόρφωσή του επισημαίνεται τόσο έντονα].

Η Ολίβια Κόλμαν προσφέρει στην ταινία ένα υπέροχο δώρο με τη δική της σαρωτικής απλότητας πολυεπίπεδη ερμηνεία. Με μισό νεύμα φωτίζει μια σκηνή, με μια μικρή μεταβολή στην κίνησή της την κάνει τα πάντα να σκοτεινιάζουν. Παραμένει διαρκώς συγκεκριμένη, σαν να γνωρίζει ακριβώς τι έκανε η γιατρός της πριν μπει στο εξεταστήριο και τι θα πρέπει να αντιμετωπίσει μόλις βγει. Η φροντίδα έχει μέσα της κούραση, εμπειρία, σκέψη, χιούμορ, αλλά κυρίως ακρίβεια και όρια. Χάρη σε αυτή τη σαφήνεια, η συγκίνηση βρίσκει χώρο να προκύψει… και να εξελιχθεί. Το «θα σε βοηθήσω, αλλά δεν είμαι καθόλου ευχαριστημένη γι’ αυτό» που λέει, περιγράφει μια ιδιαίτερα ώριμη μορφή συμπαράστασης. Είναι σαφές ότι δεν συμμερίζεται την άποψη (και τη ζέση που υποστηρίζει) ο καλλιτέχνης το πάθος του· μπορεί να αντιστέκεται, να ανησυχεί και συγχρόνως να παραμένει παρούσα. Η σχέση τους εξετάζει ποιος έχει τελικά τον λόγο πάνω σε μια ζωή που πλησιάζει στο τέλος της, ακόμη και όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι ενεργούν με πρόθεση να την προστατεύσουν.

Ανάλογο βάρος έχει η στάση των συνεργατών του. Το ρίσκο που αναλαμβάνουν επιτρέποντάς του να συνεχίσει να βρίσκεται στη σκηνή και τη ζωή δεν εξαντλείται στην αγωνία αν θα ολοκληρωθεί μια παράσταση, αφορά όμως την αποδοχή ότι ο ίδιος μπορεί να θέλει να διαθέσει εκεί τις δυνάμεις που του απομένουν. Θα ήταν εύκολο να τον απομακρύνουν στο όνομα της προστασίας του, όμως το ότι του αφήνουν χώρο να ελπίζει πως θα παραμείνει στο σανίδι μέχρι τέλους τούς τιμά, ακριβώς επειδή δεν απαλλάσσει κανέναν από τον φόβο, την αγωνία και το απρογραμμάτιστο λάθος.

Οι χίλιες εκατό θέσεις γίνονται δύο χιλιάδες διακόσια μάτια. Ο υπολογισμός έχει κάτι παιδικό και συνάμα τρομακτικό. Για έναν άνθρωπο που ζει με μια ασθένεια φορτωμένη κοινωνικό στίγμα ιδιαίτερα στην «αποφώνηση» της δεκαετίας του ‘80, η έκθεση μπροστά σε τόσο κόσμο μπορεί να μοιάζει αβάσταχτη, η θεατρική παρουσία τού δίνει όμως τη δυνατότητα να ορίσει, έστω για λίγο, τους όρους αυτής της έκθεσης. Το κοινό καλείται να παρακολουθήσει τη δουλειά του, να ακούσει τη φωνή του, να συναντήσει κάτι περισσότερο από τη διάγνωση: να γνωρίσει τον Άλμετ που εκείνη τη στιγμή ζυμώνεται με την προσωπική του μαγιά.

Η παρουσία του Ντέρεκ Τζάρμαν ανοίγει την ατομική ιστορία προς μια ολόκληρη κοινότητα δημιουργών. Αισθάνομαι πως -ευτυχώς- το «Elsinore» έχει μια οπτική συγγένεια με τον κόσμο του, κυρίως στον τρόπο που η σωματική ευαλωτότητα, η θεατρικότητα και η queer εμπειρία διεκδικούν ορατότητα. Πρόκειται για αισθητική συνάφεια που αξίζει να διαβαστεί ως τέτοια, χωρίς να θεωρηθεί αυτονόητα δηλωμένη επιρροή του Στόουν. Το «Blue», για παράδειγμα, που ο Τζάρμαν ολοκλήρωσε το 1993 ενώ η όρασή του είχε πληγεί σοβαρά από επιπλοκές του AIDS, προσφέρει έναν μεταγενέστερο, ουσιαστικό παραλληλισμό στους «πειραγμένους» θεατές της ταινίας. Η σταθερή μπλε εικόνα άφηνε στις φωνές, στους ήχους και στη μουσική την ευθύνη να μεταφέρουν την εμπειρία του Τζάρμαν· στο «Elsinore», η φωνή του ηθοποιού αποκτά ανάλογο βάρος: όσο ακούγεται, το πρόσωπο εξακολουθεί να παράγει νόημα, να απευθύνεται στους άλλους, να ζυμώνεται πάνω στον κοινό τους χρόνο.

TIFF 2026: ​Λίγες πρώτες σκέψεις για το «Elsinore» που θριάμβευσε στις βραβεύσεις

Η αρρώστια, βέβαια, δεν αφήνει πάντα στον άνθρωπο την πολυτέλεια να παραμείνει ιδιώτης. Το να ζητήσεις περίθαλψη, να μιλήσεις δημόσια, να αρνηθείς τη ντροπή μπορούσε ιδιαίτερα τότε να σε μετατρέψει σε ακτιβιστή πριν προλάβεις να αποφασίσεις αν έχεις τις δυνάμεις γι’ αυτό. Η ταινία αποκτά ιστορικό βάθος όταν μας επιτρέπει να αισθανθούμε αυτή την πρόσθετη απαίτηση που είχε άλλο αντίβαρο στη Θατσερική Αγγλία: Άνθρωποι που χρειάζονταν φροντίδα έπρεπε ταυτόχρονα να υπερασπιστούν το δικαίωμά τους να τη λάβουν χωρίς ηθική ανάκριση.

Η μουσική προσφέρει μια ανάσα από αυτή την απαίτηση, (αλλά και έναν άλλο τρόπο να εκφραστεί). Η σύνδεση της καταληκτικής ασθένειας με τον Μπαχ έχει το μαύρο χιούμορ ανθρώπων που γνωρίζουν πόσο εύκολα η οδύνη αποκτά ένα «κατάλληλο» μουσικό περιβάλλον. Η φωνή της Έθελ Μέρμαν στο «There’s No Business Like Show Business» φέρνει μια διαφορετική ενέργεια: ορμή, εξωστρέφεια, την απόλαυση του να γεμίζεις έναν χώρο με ψιλές νότες. Για τον ήρωα, η μουσική διατηρεί την ικανότητα να τον αιφνιδιάζει ευχάριστα, να τον εμπνέει (η σκηνή της χορογραφίας που στήνει στο νοσοκομείο είναι άξια αναφοράς), να προκαλεί μια αντίδραση που δεν έχει οργανωθεί γύρω από την ασθένεια.

Η προσωπική του υπόσχεση σε ένα κοντινό του πρόσωπο ότι «θα ζήσουν και θα πάνε σε ένα ελληνικό νησί με όμορφα νερά» συγκινεί με την απλότητά της. Δεν χρειάζεται να προσδιοριστεί το νησί, αρκεί ότι υπάρχει ένας τόπος στον οποίο μπορούν ακόμη να φανταστούν τον εαυτό τους μαζί, φιλικά και με νοσταλγία. Το μέλλον αποκτά… θάλασσα, φως, μια καθημερινότητα χωρίς διαρκείς εξετάσεις. Όποιος δίνει αυτή την υπόσχεση μπορεί να γνωρίζει πόσο εύθραυστη είναι: Τη διατυπώνει επειδή ο άνθρωπος απέναντί του εξακολουθεί να χρειάζεται έναν χρόνο πέρα από το επόμενο ιατρικό ραντεβού. Το «Elsinore», δεν σας κρύβω, με αγγίζει περισσότερο σε τέτοιες στιγμές, (όπως και στην ανεπιτήδευτη παρουσία της Κόλμαν), παρά όταν οργανώνει εμφανώς τη μεγάλη συγκίνησή του. «The rest is silence», όπως θα έλεγε και με σαιξπηρικό στόμφο κάποιος ηθοποιός στο σανίδι. Στο τέλος του Άμλετ, οι λέξεις ολοκληρώνουν μια διαδρομή. Για τον ηθοποιό που τις προφέρει, χρειάζονται ακόμη αναπνοή, άρθρωση και την παρουσία κάποιου που θα τις ακούσει. Το «Elsinore» βρίσκει εκεί την πιο ουσιαστική του συγκίνηση: στην προσπάθεια ενός ανθρώπου να φτάσει μέχρι την τελευταία φράση έχοντας υπάρξει ολόκληρος μέσα της. Αυλαία παρακαλώ, και ένα κανονάκι φως σε περίπτωση που τους αντέξει στο σκοινί και φανεί στο χειροκρότημα.

Πηγή: ertnews.gr

Related posts

«Dungeons & Dragons Ravenloft»: Έρχεται νέα live-action σειρά στο Netflix

TEO

«Spider-Man: Brand New Day» – Η αμοιβή του Tom Holland

TEO

Ana de Armas και Tom Cruise πρωταγωνιστούν στο υπερφυσικό θρίλερ ”Deeper”

TEO

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα

Πολιτική Απορρήτου & Cookies