Η σειρά «The Five-Star Weekend», είναι βασισμένη στο ομώνυμο best seller της Elin Hilderbrand. Η σειρά εκτυλίσσεται στο ειδυλλιακό Nantucket, το οποίο όμως δεν χρησιμοποιεί ως ονειρικό τοπίο αλλά ως τόπο επανεκκίνησης της ζωής και επαναπροσδιορισμού της φιλίας μιας ομάδας γυναικών, που κάθε μία τους, κυριολεκτικά ή συμβολικά, πρέπει να επιβιώσει μετά από μια μεγάλη απώλεια (κείμενο: Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος).
Η Hollis Shaw, την οποία υποδύεται η Jennifer Garner, είναι μια επιτυχημένη δημιουργός περιεχομένου γύρω από τη μαγειρική. Ο ξαφνικός θάνατος του συζύγου της, όμως, δεν διαλύει μόνο την προσωπική της ζωή αλλά και ολόκληρη τη δημόσια εικόνα που είχε χτίσει τόσο μεθοδικά. Η σχέση με την κόρη της δοκιμάζεται, η επαγγελματική της πορεία μοιάζει να «μπαίνει σε πάγο» και η ίδια βρίσκεται αντιμέτωπη με το αν η επόμενη μέρα της ζωής της θα είναι συνέχεια αυτού που ήταν ή μια καινούρια σελίδα.
Η απόφασή της να συγκεντρώσει τέσσερις γυναίκες που συνδέονται με διαφορετικές περιόδους της ζωής της μοιάζει αρχικά με μια προσπάθεια αναβίωσης του παρελθόντος, στην πορεία όμως θα αναγνωρίσουμε ότι και αυτή είναι ένα εργαλείο διαχείρισης της απώλειας ή ενδυνάμωσης του σήμερα. Εκείνο το τριήμερο δεν θα αναπολήσουν όσα χάθηκαν, αλλά θα φέρει στην επιφάνεια όσα είχαν θαφτεί για χρόνια: Παλιές φιλίες, ανεκπλήρωτες προσδοκίες, οικογενειακές πληγές που ακόμα πυορροούν, ζήλιες, ενοχές και μυστικά αρχίζουν να αναδύονται με τρόπο σχεδόν αναπόφευκτο.

Η δημιουργός και showrunner Bekah Brunstetter περιγράφει τον βασικό τόνο της σειράς λέγοντας ότι «η ζωή είναι […] να λυπάσαι [και] μετά να γελάς γιατί πρέπει και ύστερα να επιστρέφεις στη λύπη». Είναι μια φράση που συμπυκνώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία αυτής της σειράς που εκεί που αισθάνεσαι ότι κάποια ηρωίδα πάει να πάρει ανάσα, τσουπ… σκάει ένα ακόμα μεγαλύτερο δράμα που πρέπει ή να βρωντοφωνάξουν, ή να αποσιωπήσουν μέχρι να «σκάσουν». Το πένθος δεν παρουσιάζεται ως μια ευθεία διαδρομή προς την αποδοχή, αλλά ως μια συνεχής εναλλαγή φωτός και σκοταδιού, όπου το χιούμορ, η τρυφερότητα και η συγκίνηση συνυπάρχουν στην ίδια σκηνή.
Εξίσου ενδιαφέρον έχει ότι η σειρά επιλέγει να αφηγηθεί αυτή τη διαδρομή μέσα από τη μαγειρική, κάτι που έχει επιτυχία ιδιαίτερα στο πάντρεμα λογοτεχνίας και κινηματογράφου (θυμηθείτε το «Eat, Pray, Love», ή το «Como Agua Para Chocolate»). Η χρήση του φαγητού σε αυτή τη σειρά εμφανίζεται με όρους άλλης κινηματογραφικής ταινίας, της «Γιορτής της Μπαμπέτ», δηλαδή το φαγητό ως τόπος συνέννωσης και ενδυνάμωσης καταπιεσμένων συναισθημάτων. Το lifestyle στοιχείο φυσικά και υπάρχει (μην ξεχνάτε, η κεντρική ηρωίδα είναι influencer), και ως προέκταση η επιδεικτική γνώση γαστρονομίας σε σημεία εργαλειοποιείται, τελικά όμως καταλήγει ως μια γλώσσα συναισθημάτων (σ.σ. η σκηνή με τις πίτσες στα τελευταία επεισόδια μαζί με το ξέσπασμα που τη συνοδεύει, ίσως είναι ένα ηχηρό παράδειγμα που θα καταλάβετε μόλις δείτε τη σειρά). Εδώ το φαγητό μοιάζει με σικ fingerfood που απλά ενεργοποιεί τη μνήμη, ξυπνά τις αισθήσεις, επαναφέρει πρόσωπα που έχουν χαθεί και δημιουργεί έναν χώρο όπου οι χαρακτήρες μπορούν να εκφράσουν όσα αδυνατούν να πουν ευθέως.

Η ίδια η Brunstetter παραδέχεται ότι η σχέση αυτή με τη γεύση, την προετοιμασία, το φαγητό, είναι βαθιά προσωπική: «Όταν περνάω δύσκολες περιόδους, ψήνω κέικ επειδή δεν ξέρω τι άλλο να κάνω» εξηγεί, αποκαλύπτοντας πως η μαγειρική λειτουργεί ως μια μορφή ελέγχου και ψυχοθεραπείας όταν όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν να καταρρέουν. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο η συγγραφέας Elin Hilderbrand όσο και η Jennifer Garner μοιράζονται την ίδια αγάπη για την κουζίνα, χαρακτηρίζοντας το φαγητό ως «τη γλώσσα με την οποία εκφράζουμε την αγάπη μας».
Αυτό το στοιχείο γίνεται τελικά ένας από τους σημαντικότερους αφηγηματικούς άξονες της σειράς. Οι γεύσεις, οι μυρωδιές και οι συνταγές αν και μοιάζουν με διακοσμητικές λεπτομέρειες, σε σημεία μεταμορφώνονται σε αισθητηριακά αποτυπώματα της μνήμης, επαναφέροντας μνήμες από εκλιπόντες, διατηρώντας ζωντανές σχέσεις που έχουν αλλάξει, και επικαλύπτοντας με γκαρνί-γαρνιτούρα, το κενό της απώλειας.
Η Jennifer Garner περιγράφει την ηρωίδα της ως μια γυναίκα που καλείται να ανακαλύψει από την αρχή τη ζωή της. Όπως λέει, η Hollis πρέπει να αποφασίσει «αν θα βρει παρηγοριά σε αυτό που δημιούργησε ή αν θα περιορίσει τον κόσμο της», ενώ ταυτόχρονα επαναπροσδιορίζει τη σχέση με την κόρη της, τη θηλυκότητά της και την ίδια της την επιθυμία να συνεχίσει να ζει.
Παράλληλα, κάθε μία από τις τέσσερις καλεσμένες φτάνει στο Nantucket κουβαλώντας το δικό της φορτίο. Καμία δεν είναι η γυναίκα που θέλει να δείχνει προς τα έξω. Όλες έχουν επιλέξει να αποκρύψουν πλευρές του εαυτού τους, κοινωνικές ομάδες, αρχέτυπα. Αντίστοιχα πρέπει να σιωπήσουν ή να κατασκευάσουν μια πιο βολική εκδοχή της πραγματικότητας και του εαυτού τους. Κάπως έτσι, τα ψέματα δεν παρουσιάζονται αποκλειστικά ως πράξεις εξαπάτησης και συχνά λειτουργούν ως μηχανισμός άμυνας, αφηγήματα που επιτρέπουν στους χαρακτήρες να αποκτήσουν δύναμη για να αντιμετωπίσουν όσα πραγματικά συμβαίνουν.

Η σκηνοθέτις Minkie Spiro (που σκηνοθέτησε 4 από τα 8 συνολικά επεισόδια -τα άλλα τέσσερα τα έχει σκηνοθετήσει η Jennifer Morrison-) το διατυπώνει με τον πιο εύστοχο τρόπο όταν σημειώνει ότι κάτω από τη λαμπερή επιφάνεια της ιστορίας κρύβεται «μια αφήγηση για την ταυτότητα, την επανεκκίνηση και τις αφηγήσεις που λέμε στον εαυτό μας για να επιβιώσουμε». Η φράση αυτή δεν αφορά μόνο τους χαρακτήρες, αλλά περιγράφει όλους εκείνους τους μικρούς συμβιβασμούς που κάνει ο άνθρωπος απέναντι στην αλήθεια όταν αυτή είναι ακόμη πολύ επώδυνη για να ειπωθεί.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η σειρά δεν αντιμετωπίζει αυτούς τους χαρακτήρες με διάθεση καταδίκης (σ.σ. αν και κάποιοι, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσαν να καούν στην πυρά!), αντίθετα, τους παρατηρεί με κατανόηση. Ακόμη και όταν συγκρούονται, όταν πληγώνουν ή απογοητεύουν ο ένας τον άλλον, η αφήγηση επιμένει να αναζητά τις αιτίες πίσω από τη συμπεριφορά τους. Οι σχέσεις δεν παρουσιάζονται ως κάτι σταθερό, αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός που αλλάζει μαζί με τους ανθρώπους που τον αποτελούν.
Η ίδια η Brunstetter υπογραμμίζει ότι οι γυναικείες φιλίες είναι συχνά οι σχέσεις που παραμελούμε περισσότερο, επειδή προηγούνται ο σύντροφος, τα παιδιά ή η εργασία, ωστόσο, είναι αυτές που βρίσκονται δίπλα μας στις πιο δύσκολες στιγμές. «Αξίζουν τον χρόνο που επενδύουμε σε αυτές», σημειώνει, εξηγώντας γιατί ήθελε να δημιουργήσει μια σειρά που θα θυμίσει στους θεατές την αξία αυτών των δεσμών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και το Nantucket παύει να λειτουργεί ως ένα ειδυλλιακό σκηνικό διακοπών. Το νησί μετατρέπεται σε έναν χώρο αναμέτρησης με το παρελθόν. Η φυσική ομορφιά του έρχεται σε διαρκή αντίθεση με τις εσωτερικές καταιγίδες των ηρωίδων, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα ισορροπία ανάμεσα στην εξωτερική ηρεμία και στην εσωτερική αναστάτωση. Και επιτρέψτε μου να προδώσω κάτι που, δεν είναι spoiler, αλλά έχει ελληνικό ενδιαφέρον: Στο τελευταίο επεισόδιο, χωρίς να σας αποκαλύπτω ανάμεσα σε ποιες γίνεται αυτός ο διάλογος, καταλήγουν ότι αν τελικά ξαναβρεθούν την επόμενη χρονιά, θα ήταν ωραία ιδέα το ταξίδι τους να γίνει στη χώρα μας, την Ελλάδα.
Το «The Five-Star Weekend» δεν προσπαθεί να δώσει εύκολες απαντήσεις ούτε να προσφέρει μια εξιδανικευμένη εικόνα της γυναικείας φιλίας (σ.σ. ας μην κοροϊδευόμαστε, αυτό δεν υπάρχει στην αληθινή ζωή αλλά την επιστημονική φαντασία, όπως και για τις αντρικές φιλίες). Μιλά για ανθρώπους που αγαπιούνται αλλά και πληγώνονται, για οικογένειες που συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμη κι όταν αλλάζει ο πυρήνας τους, για γυναίκες που βρίσκονται «στου δρόμου τα μισά» της ζωής τους και αναγκάζονται να επανεφεύρουν τον εαυτό τους χωρίς να έχουν όλες τις απαντήσεις, κυρίως, όμως, θυμίζει ότι το πένθος δεν θεραπεύεται, μαθαίνει κανείς να ζει μαζί του και μερικές φορές αυτή η διαδικασία περνά από κάτι τόσο απλό όσο ένα οικογενειακό τραπέζι, μια συνταγή που ξυπνά αναμνήσεις ή μια μυρωδιά που φέρνει πίσω για λίγα δευτερόλεπτα έναν άνθρωπο που έχει ξεκινήσει το ταξίδι του για το «άγνωστο», αυτό που λέει η Betty White «το μυστικό».
Η σειρά λοιπόν δεν χρησιμοποιεί τη μαγειρική ως θέαμα, αλλά ως επέκταση της ανθρώπινης εμπειρίας, αποφεύγει να αντιμετωπίζει το ψέμα ως αντίπαλο της αλήθειας, αλλά ως μια εύθραυστη γέφυρα μέχρι να μπορέσουμε να την αντικρίσουμε, και πάνω απ’ όλα, μιλά για τις σχέσεις που διαλύονται, που επιμένουν και που ακόμη και μέσα από την απώλεια, βρίσκουν έναν καινούργιο τρόπο να συνεχίσουν να υπάρχουν.
Πηγή: ertnews.gr
