Η αργά εξελισσόμενη αγορά των ηλεκτρικών και ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από την Ανατολή αναγκάζουν την Ευρώπη να χαλαρώσει το σχέδιο πλήρους κατάργησης των θερμικών κινητήρων μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Πριν από μερικά χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε έναν από τους πιο φιλόδοξους στόχους στην ιστορία της αυτοκίνησης: απαγόρευσε, από το 2035 και μετά, την πώληση αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης. Ήταν μια απόφαση με σαφές περιβαλλοντικό πρόσημο, αλλά και μια στρατηγική επιλογή που θεωρήθηκε ότι θα έδινε προβάδισμα στη βιομηχανία της Γηραιάς Ηπείρου.
Όμως, η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση δεν εξελίχθηκε με τον ρυθμό που αρχικά είχε εκτιμηθεί. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα κέρδιζαν έδαφος όσο υπήρχαν ισχυρά οικονομικά κίνητρα, εντούτοις σε αγορές όπου οι επιδοτήσεις περιορίστηκαν, η δυναμική τους φάνηκε να υποχωρεί αισθητά. Για μεγάλο μέρος των αγοραστών, το υψηλό κόστος απόκτησης, οι αβεβαιότητες γύρω από τη φόρτιση και η ανησυχία για τη διάρκεια ζωής των μπαταριών εξακολουθούν να αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες.
Ταυτόχρονα, η ίδια η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα περιβάλλον που δεν ευνοεί τη γρήγορη μετάβαση στη νέα εποχή, με κυριότερες αιτίες το υψηλό ενεργειακό και εργατικό κόστος, αλλά και την εξάρτηση από κρίσιμες πρώτες ύλες και τεχνολογίες που συχνά προέρχονται από χώρες εκτός Ευρώπης. Έτσι, η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, αντί να ενισχύσει άμεσα την ανταγωνιστικότητα, ουσιαστικά ανέδειξε τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, έκανε αισθητή την παρουσία του ένας αντίπαλος που είχε υποτιμηθεί. Η Κίνα, έχοντας επενδύσει τόσο στην ηλεκτροκίνηση όσο και στην τεχνολογία των μπαταριών, αποβιβάστηκε στην ευρωπαϊκή αγορά με εξαιρετικά ανταγωνιστικά προϊόντα, τόσο σε τιμή όσο και σε τεχνολογία.

Η καθολική μετάβαση «φρενάρει»
Η αρχική λογική του 2035 βασιζόταν στην πλήρη αντικατάσταση των θερμικών κινητήρων από ηλεκτρικά συστήματα κίνησης. Σήμερα, αυτή η απόλυτη προσέγγιση δείχνει να εγκαταλείπεται. Όμως, ας μη βιαστούν οι petrolheads να πανηγυρίσουν. Ο θερμικός κινητήρας δεν επανέρχεται στο παιχνίδι ως ισότιμος παίκτης, αλλά σαν μια λύση περιορισμένου ρόλου, προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες. Άλλωστε, οι περισσότερες ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν παγώσει την ανάπτυξη νέων γενιών συμβατικών κινητήρων, στρέφοντας τους πόρους τους στην ηλεκτροκίνηση.
Η κατεύθυνση που διαμορφώνεται (τουλάχιστον σε επίπεδο πρότασης) προβλέπει ότι μετά το 2035 τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα θα αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των πωλήσεων. Όμως, ένα μικρό ποσοστό της αγοράς, της τάξης του 10%, αναμένεται να παραμείνει ανοιχτό σε οχήματα με εξαιρετικά χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.
Αυτό σημαίνει ότι αυτοκίνητα με χαμηλές εκπομπές CO2, κυρίως plug-in υβριδικά μοντέλα, θα συνεχίσουν να έχουν θέση στο ευρωπαϊκό τοπίο και μετά το 2035. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο στόχος για τις εκπομπές του στόλου μιας εταιρείας δεν θα πρέπει να επιτευχθεί μέσα σε έναν χρόνο. Στην πράξη θα αποτιμάται ο μέσος όρος σε μια μεταβατική περίοδο τριών ετών, κάτι που δίνει μεγαλύτερη ευελιξία στους κατασκευαστές.
Σε μια πιο μακροπρόθεσμη θεώρηση, οι κινητήρες εσωτερικής καύσης που θα επιβιώσουν, ιδίως για τα αυτοκίνητα επιδόσεων, θα είναι εκείνοι που θα μπορούν να λειτουργούν με καύσιμα χαμηλού ή μηδενικού ανθρακικού αποτυπώματος, όπως τα ηλεκτροκαύσιμα (e-fuels) ή τα προηγμένα βιοκαύσιμα. Το αν αυτές οι λύσεις θα καταφέρουν να αποκτήσουν μαζική εφαρμογή παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα.

Το νέο πεδίο αντιπαράθεσης
Η αναθεώρηση του στόχου για το 2035 δεν αφορά μόνο το είδος του κινητήρα που θα χρησιμοποιούν τα αυτοκίνητα, αλλά αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής επανατοποθέτησης της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας. Καθώς το ενδιαφέρον μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο προς το λογισμικό, την τεχνητή νοημοσύνη και την αυτόνομη οδήγηση, το λεγόμενο software-defined vehicle, δηλαδή το αυτοκίνητο που καθορίζεται από το λογισμικό του, αναδεικνύεται σε κρίσιμο πεδίο ανταγωνισμού.
Η ιδέα μιας κοινής ευρωπαϊκής πλατφόρμας πάνω στην οποία θα μπορούν να χτίζουν οι κατασκευαστές τις δικές τους εφαρμογές, στοχεύει ακριβώς στη μείωση του κόστους και στην επιτάχυνση της εξέλιξης. Με άλλα λόγια, σε έναν κόσμο όπου το αυτοκίνητο γίνεται όλο και περισσότερο ψηφιακό προϊόν, η μάχη δεν θα κριθεί μόνο στους κινητήρες, αλλά και στην ανάπτυξη του απαραίτητου λογισμικού.
Η χαλάρωση του στόχου για το 2035 θεωρητικά προσφέρει στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία μια περίοδο χάριτος, όμως η πίεση από την Κίνα παραμένει έντονη. Όπως επισημαίνουν άνθρωποι που συμμετέχουν στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής για τις εκπομπές, το βάρος της συζήτησης μετατοπίζεται πλέον, από τους περιβαλλοντικούς στόχους, στις αντοχές της βιομηχανίας. Η «πράσινη μετάβαση» παραμένει, αλλά δεν λειτουργεί πλέον ως αυτόνομος οδηγός αποφάσεων. Το 2035 παύει να αποτελεί μια γραμμή τερματισμού, αλλά ένα σημείο ισορροπίας ανάμεσα στις περιβαλλοντικές δεσμεύσεις και στην ανάγκη η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία να παραμείνει ανταγωνιστική σε μια αγορά που δεν αφήνει περιθώρια λανθασμένων στρατηγικών αποφάσεων.
Πηγή: 4troxoi.gr
