Πριν γίνει μία από τις πιο εμβληματικές κινηματογραφικές τριλογίες όλων των εποχών, ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» κινδύνευσε να συμπυκνωθεί σε μία ταινία διάρκειας δυόμισι ωρών, με τον Κουέντιν Ταραντίνο να αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία.
Πριν γίνει μία από τις πιο εμβληματικές κινηματογραφικές τριλογίες όλων των εποχών, ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» κινδύνευσε να συμπυκνωθεί σε μία ταινία διάρκειας δυόμισι ωρών, με τον Κουέντιν Ταραντίνο να αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία. Ο Πίτερ Τζάκσον συγκρούστηκε με τους αδελφούς Γουάινστιν για το όραμά του, μέχρι να βρει στη New Line Cinema το στούντιο που θα του επέτρεπε να το υλοποιήσει.
Σήμερα, η τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά εγχειρήματα του 21ου αιώνα. Η μεταφορά του έργου του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν στη μεγάλη οθόνη, ωστόσο, παραλίγο να εξελιχθεί σε μια εντελώς διαφορετική ιστορία, με τις δημιουργικές φιλοδοξίες του Πίτερ Τζάκσον να συγκρούονται με τις απαιτήσεις των παραγωγών και το μέλλον της ταινίας να εξαρτάται από μια συμφωνία που έμοιαζε σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί.
Περισσότερα από 25 χρόνια μετά, μαρτυρίες ανθρώπων που συμμετείχαν στην περιπέτεια της παραγωγής, τις οποίες συγκέντρωσε ο Σαμ Μουρ για το βιβλίο του «There and Back Again: The Unofficial Oral History of The Lord of the Rings Films», αποκαλύπτουν πόσο κοντά βρέθηκε το κινηματογραφικό όραμα του Τζάκσον στο να εκτροχιαστεί πριν καν φτάσει στις αίθουσες.

Ο Τζάκσον διάβασε για πρώτη φορά τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» όταν ήταν 18 ετών. Ενθουσιάστηκε με το βιβλίο και πίστεψε ότι θα μπορούσε να γίνει μια εξαιρετική ταινία, θεωρώντας δεδομένο ότι κάποια στιγμή κάποιος θα επιχειρούσε να μεταφέρει τον κόσμο της Μέσης Γης στον κινηματογράφο.
Η ιδέα άρχισε να παίρνει συγκεκριμένη μορφή μετά την ταινία του «Heavenly Creatures» το 1994, όταν η Miramax, η εταιρεία των Μπομπ και Χάρβεϊ Γουάινστιν, απέκτησε τα δικαιώματα της ταινίας. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, ο Τζάκσον και η σύζυγός του, Φραν Γουόλς, είχαν τη δυνατότητα να παρουσιάζουν πρώτα στη Miramax τα νέα κινηματογραφικά τους σχέδια.
Ο Τζακ Λέχνερ, τότε αντιπρόεδρος παραγωγής και ανάπτυξης της εταιρείας, θυμάται ότι το σενάριο που έφτασε στο γραφείο του ήταν το πιο συναρπαστικό που είχε διαβάσει. Σε σημείωμά του προς τον Χάρβεϊ Γουάινστιν και τα υπόλοιπα στελέχη, εκτιμούσε ότι το εγχείρημα θα μπορούσε να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη ταινία στην οποία θα συμμετείχαν ποτέ.
Ο Χάρβεϊ Γουάινστιν ήταν αρχικά ενθουσιασμένος, καθώς αγαπούσε τα βιβλία του Τόλκιν. Ο αδελφός του, Μπομπ, αντιμετώπιζε εξαρχής το σχέδιο με έντονο σκεπτικισμό. Όπως θυμάται ο Λέχνερ, αναρωτιόταν πώς θα μπορούσε να τρομάξει το κοινό ένας κακός που ήταν απλώς ένα μάτι, αναφερόμενος στον Σάουρον.
Η Miramax είχε ήδη επενδύσει σημαντικά ποσά στην προπαραγωγή, ενώ το στούντιο ψηφιακών εφέ Wētā στη Νέα Ζηλανδία αναπτυσσόταν για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του έργου. Όσο μεγάλωνε, όμως, η κλίμακα της παραγωγής, τόσο εντείνονταν οι ανησυχίες των Γουάινστιν για το κόστος και τον περιορισμένο έλεγχό τους πάνω σε μια ταινία που εξελισσόταν σε εξαιρετικά φιλόδοξο εγχείρημα.
Η κρίσιμη σύγκρουση ήρθε όταν οι παραγωγοί απαίτησαν να συμπυκνωθεί ολόκληρος ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» σε μία ταινία διάρκειας το πολύ δυόμισι ωρών. Ο Τζάκσον και η Φραν Γουόλς απάντησαν ότι δεν γνώριζαν πώς θα μπορούσαν να αφηγηθούν την ιστορία με αυτούς τους περιορισμούς.
Ο Κεν Κάμινς, μάνατζερ του σκηνοθέτη, περιγράφει τον Χάρβεϊ Γουάινστιν ως έναν άνθρωπο που μπορούσε να εμφανίζεται αρχικά υποστηρικτικός και συνεργάσιμος, αλλά να γίνεται απότομα απειλητικός όταν τα πράγματα δεν εξελίσσονταν όπως ήθελε.
«Πρέπει να το περιορίσετε σε μία ταινία και δεν μπορεί να ξεπερνά τις δυόμισι ώρες», ήταν σύμφωνα με τον Κάμινς, η απαίτηση του παραγωγού. Όταν ο Τζάκσον και η Γουόλς εξήγησαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν αυτό που τους ζητούσε, ο Γουάινστιν φέρεται να απείλησε ότι θα τους απομάκρυνε από την παραγωγή, αναθέτοντας τη σκηνοθεσία στον Κουέντιν Ταραντίνο και το σενάριο στον Χοσεΐν Αμινί.
Το ζευγάρι επέμεινε στη δική του προσέγγιση, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έχανε την ταινία. Η εναλλακτική που πρότεινε ο Τζάκσον ήταν μια ενιαία ταινία διάρκειας τεσσάρων ωρών, πρόταση που δεν έγινε δεκτή από τη Miramax.
«Θα ήμασταν συντετριμμένοι, αλλά κάντε αυτό που πρέπει, γιατί εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό που μας ζητάτε», ήταν σύμφωνα με τον Κάμινς, η απάντηση των δύο δημιουργών. Η διαφωνία είχε πλέον μετατραπεί σε αδιέξοδο: Οι Γουάινστιν ήθελαν να περιορίσουν το κόστος και τη διάρκεια, ενώ ο Τζάκσον αρνούνταν να εγκαταλείψει τη δομή και την έκταση της ιστορίας.
Πηγή: ogdoo.gr
