Το Εποπτικό Συμβούλιο του Ομίλου Volkswagen ενέκρινε ένα ευρύ πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, το οποίο προβλέπει και τη μείωση επιπλέον 50.000 θέσεων εργασίας.
Το προτεινόμενο σχέδιο αναδιάρθρωσης του Ομίλου Volkswagen για να μπορέσει να ξεπεράσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει τα τελευταία περίπου δύο χρόνια θα τεθεί σε εφαρμογή.
Κατά τη συνεδρίαση των μελών του Εποπτικού Συνεδρίου του Ομίλου αποφασίστηκε ομόφωνα να γίνει αποδεκτό το επιχειρηματικό σχέδιο «Future Plan 2030» για τον μετασχηματισμό της εταιρείας, το οποίο είχε προτείνει ο Όλιβερ Μπλούμε, ο Διευθύνων Σύμβουλος του.

Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται και η περαιτέρω μείωση 50.000 θέσεων εργασίας στον Όμιλο, σε βάθος χρόνου, οι οποίες θα προστεθούν στις 50.000 που είχαν ήδη αποφασιστεί.
Με την απόφασή τους, τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου δίνουν στον Μπλούμε σαφή εντολή να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για όλες τις εταιρείες του Ομίλου. Έτσι, εκτός από τη Volkswagen, αυτά θα αφορούν και στις Audi, Bentley, Porsche και Skoda.
Να σημειώσουμε ότι μέλη των οικογενειών Πόρσε και Πιχ, οι οποίες είναι οι βασικοί μέτοχοι στον Όμιλο αφού κατέχουν ποσοστό 31,9% αυτού και διαθέτουν το 53,3% των μετοχών με δικαίωμα ψήφου (μέσω της Porsche SE), πιέζουν για ταχύτερη λήψη μέτρων, καθώς οι αποδόσεις και οι ροές μερισμάτων μειώνονται.

Προς το παρόν, δεν ανακοινώθηκαν λεπτομέρειες για το χρονοδιάγραμμα ή την κατανομή των περικοπών ανά εταιρεία και περιοχή. Όμως, διευκρινίστηκε ότι σε αυτές θα περιλαμβάνονται και διοικητικές θέσεις.
Με τις 50.000 νέες περικοπές θέσεων εργασίας ο συνολικός αριθμός τους φτάνει τις 100.000 συνολικά. Αυτός αντιστοιχεί περίπου στο 8% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού του Ομίλου Volkswagen, όπως αυτό καταγράφηκε στο τέλος του 2025.
Τα στελέχη του σχεδιάζουν να περιορίσουν κατά περίπου 50% το χαρτοφυλάκιο συμμετοχών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του έως το 2035, διατηρώντας μόνο εκείνες που έχουν σαφή στρατηγική και οικονομική συνεισφορά στον βασικό επιχειρηματικό «κορμό» του.
Όπως έγινε γνωστό, οι άνθρωποι της εταιρείας αναγνωρίζουν ότι υπάρχει πλεονάζουσα ετήσια παραγωγή αυτοκινήτων της στην Ευρώπη η οποία αφορά σε περίπου 500.000 οχήματα τα οποία κατασκευάζονται αλλά δεν πρόκειται να απορροφηθούν από την αγορά της Γηραιάς Ηπείρου, βάσει των επικρατουσών συνθηκών σε αυτή.

Κατά συνέπεια, αποφασίστηκε να κλείσουν τέσσερα από τα εργοστάσια του Ομίλου που βρίσκονται στη Γερμανία, στα οποία τώρα κατασκευάζονται μοντέλα του τα οποία δεν είναι ανταγωνιστικά και δεν υπάρχει ισχυρή ζήτηση γι’ αυτά.
Πρόκειται για τις βιομηχανικές μονάδες που βρίσκονται στο Έμντεν (θα σταματήσει τη λειτουργία του το 2031), στο Τσβίκαου (θα κλείσει επίσης το 2031), στο Ανόβερο (το 2032), όπως και αυτή της Audi στο Νέκαρσουλμ, η οποία θα σταματήσει να λειτουργεί το 2034.
Τα στελέχη του Ομίλου Volkswagen έχουν αρχίσει να εξετάζουν εναλλακτικές χρήσεις αυτών των εργοστασίων για να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους σε άλλο βιομηχανικό τομέα ή ακόμη και το ενδεχόμενο να τα πουλήσουν.
Οι αντιδράσεις των συνδικάτων των εργαζομένων
Οι προτάσεις του Όλιβερ Μπλούμε είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τους εκπροσώπους των εργαζομένων, αλλά και από την κυβέρνηση του ομόσπονδου κρατιδίου της Κάτω Σαξονίας, το οποίο κατέχει το 20% των δικαιωμάτων ψήφου της του Ομίλου Volkswagen και δύο έδρες στο Εποπτικό Συμβούλιο αυτού.

Η Ντανιέλα Καβάλο, (Διευθύντρια του Ομίλου και Διευθύντρια του συνδικάτου εργαζομένων της Ομίλου Volkswagen) και η Κριστιάνε Μπένερ, (Πρόεδρος του συνδικάτου IG Metal) δήλωσαν ότι «απέτρεψαν μια επικίνδυνη κλιμάκωση της σύγκρουσης».
Επίσης, διευκρίνισαν ότι κανένα εργοστάσιο του Ομίλου δεν εγκαταλείφθηκε και ότι η προτεινόμενη διάσπαση του τμήματος επιβατικών αυτοκινήτων αυτού από τον κλάδο εξαρτημάτων αποσύρθηκε.
Το συμβούλιο εργαζομένων της Volkswagen, το οποίο εκπροσωπεί τους εργαζομένους της εταιρείας, επιχείρησε να περιορίσει τις ανησυχίες για την έκταση των απωλειών θέσεων εργασίας.
Οι εκπρόσωποί του υποστηρίζουν ότι ο αριθμός των επιπλέον 50.000 θέσεων εργασίας που θα περικοπούν αποτελεί υπόθεση σχεδιασμού, η οποία προκύπτει από τον στόχο του Ομίλου για λειτουργικό περιθώριο κέρδους 9,0% έως το 2030 και όχι έναν οριστικό στόχο ως προς τη μείωση του αριθμού των εργαζομένων.

Η διάκριση αυτή αντικατοπτρίζει τον ευρύτερο συμβιβασμό που βρίσκεται πίσω από την ομόφωνη απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, η οποία ελήφθη στις 3 Σεπτεμβρίου (2026), δηλαδή μία ημέρα νωρίτερα από ό,τι αναμενόταν αρχικά, έπειτα από εβδομάδες διαρκώς κλιμακούμενης αντιπαράθεσης μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και της Διοίκησης.
Οι εκπρόσωποι των συνδικάτων είχαν αποδεχθεί ότι ο Όμιλος Volkswagen χρειάζεται περαιτέρω μειώσεις του κόστους. Ωστόσο, αντιτάχθηκαν σθεναρά στο ενδεχόμενο κλεισίματος εργοστασίων, σε κινήσεις αποδυνάμωσης του θεσμού να συναποφασίζουν για τα μελλοντικά σχέδια, καθώς και στα σχέδια διαχωρισμού τμημάτων του βασικού επιχειρηματικού κορμού της VW.
Εκπρόσωπος των εργαζομένων δήλωσε ότι οι υποχρεωτικές απολύσεις στις εταιρείες του Ομίλου εξακολουθούν να αποκλείονται έως το τέλος του 2030, βάσει των υφιστάμενων συμφωνιών.

Έπειτα από την εξέλιξη αυτή, αναλυτές της Citigroup χαρακτήρισαν τη συμφωνία «υπαρξιακής σημασίας», επισημαίνοντας:
«Πρόκειται για ένα θαρραλέο σχέδιο και μια ρεαλιστική απόφαση για όλους τους εμπλεκόμενους. Θα επιτρέψει στον Όμιλο VW να συνεχίσει περαιτέρω να κατευθύνει κεφάλαια προς τις εταιρείες και τα μοντέλα με τις υψηλότερες αποδόσεις, χωρίς να χρειάζεται να διατηρεί πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα».
Επίσης, αναλυτές της Deutsche Bank ανέφεραν ότι αν και η συμφωνία δεν επιλύει όλες τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο Όμιλος, «αφαιρεί μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες των επενδυτών: Κατά πόσο η εταιρεία εξακολουθεί να είναι σε θέση να λαμβάνει τις δύσκολες αποφάσεις που απαιτούνται για την αντιμετώπισή τους».
Πηγή: newsauto.gr
