Music News

Κιθ Τζάρετ: 50+1 χρόνια από το Κοντσέρτο της Κολωνίας

Η επανέκδοση ενός δίσκου-σταθμού στην ιστορία της τζαζ.

Ο Κιθ Τζάρετ εμφανίστηκε στην Κολωνία στις 24 Ιανουαρίου του 1975, δίνοντας ένα από τα σημαντικότερα κοντσέρτα της νεότερης εποχής. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε το «Κοντσέρτο της Κολωνίας» είναι μέρος της γοητείας του. Ο Τζάρετ, εξαντλημένος από μια δύσκολη περιοδεία, φτάνει στην Κολωνία με έντονους πόνους στη μέση, έχοντας κοιμηθεί ελάχιστα, και βρίσκει ένα πιάνο πολύ διαφορετικό από εκείνο που είχε ζητήσει. Αντί για ένα εντυπωσιακό Bösendorfer Imperial, στον χώρο υπάρχει ένα πολύ μικρότερο πιάνο, όχι πολύ καλά κουρδισμένο και με αρκετά επιπλέον προβλήματα.

Κι όμως, αντί όλα αυτά να αποτελέσουν εμπόδια, λειτουργούν για τον Τζάρετ ως αφορμές να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με το πιάνο, να αναζητήσει νέους τρόπους έκφρασης μέσα από ρυθμικά μοτίβα, επαναλήψεις και αρμονικές αλυσίδες που αξιοποιούσαν τα «ελαττώματα» του οργάνου, να βρει έναν καινούργιο τρόπο να αντιμετωπίσει τη δημιουργικότητά του και τη μουσική εν γένει.

Η επανέκδοση του δίσκου που πρωτοκυκλοφόρησε στις 30 Νοεμβρίου του 1975, ήρθε από την ECM λίγο πριν τελειώσει το 2025. Πρόκειται για μια νέα ευκαιρία να ξανασυναντήσουμε ένα από τα πιο καθοριστικά γεγονότα στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής. Ο δίσκος έρχεται σε διπλό βινύλιο με gatefold εξώφυλλο -όπως και στην αρχική έκδοση- μόνο που έχει προστεθεί ένα οκτασέλιδο με καινούργιες σημειώσεις στα αγγλικά και στα γερμανικά και με δημοσιευμένες αλλά και ακυκλοφόρητες φωτογραφίες από εκείνη τη σπουδαία βραδιά.

Επιπλέον υπάρχει κι ένα print με φωτογραφία του πιανίστα και με τυπωμένη την υπογραφή του. Κυκλοφορεί επίσης ένα συλλεκτικό λευκό t-shirt μ’ εκείνο το εξώφυλλο, που είχε εντυπωσιάσει τους πάντες στην εποχή του με τη λιτότητά του. Η πρώτη έκδοση του βινυλίου από την ECM ήταν laminated, το εξώφυλλο δηλαδή ήταν τυπωμένο σε γυαλιστερό χαρτί, γεγονός που τόνιζε ιδιαίτερα την ασπρόμαυρη φωτογραφία. Στη συνέχεια ήρθαν εκδόσεις σε γκοφρέ χαρτί αλλά και σε ματ, αυτές που οι περισσότεροι από εμάς πρόλαβαν στα ελληνικά δισκοπωλεία της εποχής.

Το «Κοντσέρτο της Κολωνίας», ως βινύλιο, ξεχώριζε. Η έκδοση που ήταν διαθέσιμη στην εποχή μου είχε ένα sticker πάνω δεξιά, τότε που τα sticker στους δίσκους δεν συνηθίζονταν καθόλου. Το ασημί, το κίτρινο και το μαύρο έδιναν ιδιαίτερη χάρη στο ασπρόμαυρο εξώφυλλο, τόση που θα ήταν αδύνατο για κάποιον που είχε αρχίσει να ψάχνει τον ήχο της ECM να μην προσέξει τον συγκεκριμένο δίσκο και να μην τον αγοράσει τελικά.

Αλλά δεν ήταν μόνο η εικόνα. Εδώ είχαμε να κάνουμε με ένα σόλο πιάνο κοντσέρτο, πλήρως αυτοσχεδιαστικό, το οποίο κατέληξε να γίνει ο πιο εμπορικά επιτυχημένος τζαζ δίσκος για σόλο όργανο όλων των εποχών. Αν και το άλμπουμ ήταν -και εξακολουθεί να είναι- στα ράφια της τζαζ, το «Κοντσέρτο της Κολωνίας» συνομιλεί εξίσου με την κλασική παράδοση, τον μινιμαλισμό και τη σύγχρονη σύνθεση, που τότε ήταν ουσιαστικά αταξινόμητη, δημιουργώντας ένα crossover το οποίο ενδιέφερε από το ξεκίνημα της ECM τον Manfred Eicher και που ενδεχομένως οδήγησε κάποια από τα βήματά του στη συνέχεια.

Ο Τζάρετ είναι συγκλονιστικός: Οι φωνητικές του εκφράσεις, οι αναστεναγμοί, τα επιφωνήματα που συμμετέχουν στην ηχογράφηση δεν σε αποσπούν από την ακρόαση, αντίθετα σου υπενθυμίζουν ότι αυτό που ακούς δεν είναι μια «τέλεια» κατασκευή στο στούντιο, αλλά ένα ζωντανό γεγονός, μια συνάντηση ανθρώπου, οργάνου και χώρου, που γίνεται μία μόνο φορά αλλά μπορεί να σε συνοδεύει για πάντα.

Το «Κοντσέρτο της Κολωνίας» έχει τέσσερα μέρη, καθαρά για λόγους εγγραφής της συναυλίας σε δίσκο. Στην πραγματικότητα είναι ένα ενιαίο έργο που ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος. Σε μια εποχή ψηφιακής υπερπληροφόρησης και ακρόασης των τεσσάρων πρώτων δευτερολέπτων κάθε τραγουδιού, αυτό το άλμπουμ μας καλεί να επιβραδύνουμε και ν’ ακούσουμε σε βάθος. Να αφιερώσουμε χρόνο σε μια μουσική που δεν επιδιώκει να μας εντυπωσιάσει αλλά να μας πάρει μαζί της.

Όπως ακριβώς ο -γεννημένος στο γειτονικό με την Κολωνία Ντίσελντορφ- Βιμ Βέντερς δημιουργούσε την ίδια ακριβώς εποχή μια ταινία-σταθμό, το «Πέρασμα του χρόνου» (1976), έτσι ακριβώς και ο Τζάρετ, στις 24 Ιανουαρίου του 1975, καταθέτει τη δική του σπουδή πάνω στο ίδιο ζήτημα. Κι αν κανείς δεν μπόρεσε να νικήσει τον χρόνο με όρους πραγματικής ζωής, ο Τζάρετ -και ο Βέντερς- τα καταφέρνουν απόλυτα με όρους τέχνης.

Πηγή: athensvoice.gr

Related posts

Ο Ντάνιελ Άρσαμ μηνύει τον Quavo για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων

TEO

Ο Dave Ball των Soft Cell έφυγε από τη ζωή στα 66 του

TEO

Romy-“Love Who You Love”

TEO

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα

Πολιτική Απορρήτου & Cookies