Media

Καρλ Λάγκερφελντ: Η νέα μίνι σειρά για τον σχεδιαστή έχει λάβει αποθεωτικές κριτικές πριν καν κυκλοφορήσει

Ξέρουμε ότι ο Γερμανός μόδιστρος με την καταλυτική επιρροή στη σύγχρονη μόδα αγαπούσε τη γάτα του Σουπέτ, την Diet Coke και τον λευκό κότσο των μαλλιών του, τον οποίο πούδραρε εμμονικά.

Στο ντοκιμαντέρ «Lagerfeld Confidential», το οποίο έκανε πρεμιέρα στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου το 2007, ο Γερμανός σχεδιαστής έλεγε με πυγμή και βεβαιότητα που δεν επιδέχονταν αμφισβήτηση -ή έστω καχυποψία- ότι το μόνο που ήθελε από τη ζωή του ήταν ο ίδιος να λειτουργεί για τους άλλους ως οπτασία. «Να εμφανίζομαι στις ζωές των ανθρώπων και ύστερα να εξαφανίζομαι», επισήμαινε, εκφράζοντας τη μύχια επιθυμία που είχαν σμιλέψει μέσα του τα 74 (τότε) χρόνια του στη ζωή και οι έξι δεκαετίες εμπειρίας του στη βιομηχανία της μόδας.

Αν εννοούσε όσα έλεγε, είναι κάτι που το γνώριζε ο ίδιος – και κάτι που προφανώς κανείς δεν μπορεί να επιβεβαιώσει μετά τον θάνατο του επονομαζόμενου «Κάιζερ της Μόδας» τον Φεβρουάριο του 2019. Εκείνο που μπορεί να θεωρήσει κανείς βέβαιο είναι ότι στα στερνά του ο Λάγκερφελντ είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος από εκείνον που υπήρξε λίγο πριν από το μεσουράνημά του, στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Τότε που όχι μόνο ήθελε να υπάρχει παντού και με κάθε τρόπο, αλλά να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, ακόμα κι αν έπρεπε να κατατροπώσει τον άλλοτε επιστήθιο φίλο του Ιβ Σεν Λοράν.

Αυτή την εν πολλοίς άγνωστη αλλά καθοριστική πλευρά για την ουρανομήκη επαγγελματική πορεία του Γερμανού σχεδιαστή μόδας έρχεται να φωτίσει η σειρά «Becoming Karl Lagerfeld» -βασισμένη στο βιβλίο «Kaiser Karl» της δημοσιογράφου της εφημερίδας «Le Monde» Ραφαέλ Μπακέ-, η οποία έκανε πριν από λίγες ημέρες πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Σειρών των Καννών και γνώρισε την αποθέωση, αφού εκείνοι που παρακολούθησαν τα πρώτα επεισόδιά της επί γαλλικού εδάφους ξέσπασαν σε ζητωκραυγές και χειροκρότημα που, όπως μεταφέρθηκε από τις ανταποκρίσεις, κράτησε αρκετά λεπτά της ώρας. Προφανώς η επιλογή του Γερμανοϊσπανού ηθοποιού Ντάνιελ Μπρουλ να υποδυθεί τον Λάγκερφελντ -και μάλιστα σε μία από τις όχι γνωστότερες, αλλά σίγουρα σημαδιακές περιόδους της ζωής του- κρίνεται εκ του αποτελέσματος επιτυχής.

Για να αντιληφθεί βέβαια κανείς τους λόγους που τα 70s έπλασαν τον άνθρωπο που κατέκτησε και όρισε τη σύγχρονη μόδα, πρέπει να ταξιδέψει λίγο μακρύτερα στον χρόνο, πιάνοντας το νήμα από το 1954. Τότε που ο 21χρονος Καρλ και ο 18χρονος ομότεχνός του Ιβ Σεν Λοράν -αμφότεροι οικουμενικά άγνωστοι- διασταύρωσαν για πρώτη φορά στη ζωή τους τα ξίφη τους στον διαγωνισμό του Διεθνούς Συνδικάτου Μαλλιού. Ο Λάγκερφελντ κέρδισε το πρώτο βραβείο για το παλτό που είχε σχεδιάσει και ο συνάδελφός του το ακόμα πιο φωτογενές αντίστοιχο για το φόρεμα που είχε δημιουργήσει.

Αμφότεροι προσλήφθηκαν σε δύο εμβληματικούς γαλλικούς οίκους. Ο Γερμανός εντάχθηκε στις τάξεις του Balmain και ο Αλγερινός προσελήφθη στον Christian Dior έγινε μάλιστα επικεφαλής σχεδιαστής μετά τον αδόκητο θάνατο του ιδρυτή του οίκου το 1957. Μπορεί έως τότε οι πορείες τους να ήταν λίγο πολύ παράλληλες, όμως υπήρχε εξαρχής μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ τους: ενώ ο Λοράν ήθελε να διαφυλάξει τα ιερά και τα όσια της γαλλικής μόδας βαδίζοντας στα χνάρια της παράδοσης, ο Λάγκερφελντ είχε επιλέξει για τον εαυτό του τον ρόλο του αναθεωρητή.

Το 1961 ο Λοράν, έπειτα από τη συμμετοχή του στον Πόλεμο της Αλγερίας, ένα νευρικό κλονισμό και μια δικαστική νίκη απέναντι στον οίκο Dior από τον οποίο είχε εκδιωχθεί με συνοπτικές διαδικασίες, ίδρυσε τον δικό του οίκο -με τη συνδρομή του alter ego του Πιερ Μπερζέ και τη χρηματοδότηση του Αμερικανού επιχειρηματία Μαρκ Ρόμπινσον-, αποφασισμένος να βρει τη θέση του στη σκακιέρα της γαλλικής μόδας. Ο Λάγκερφελντ ακολούθησε μία εκ διαμέτρου αντίθετη διαδρομή. Προτιμούσε να συνεργάζεται με διάφορους οίκους, να δημιουργεί, να φεύγει, να επιστρέφει και ούτω καθεξής. Ηταν, με άλλα λόγια, σε καλό δρόμο για να γίνει η οπτασία, για την οποία θα μιλούσε μισό αιώνα αργότερα. Μέχρι που αποφάσισε να αλλάξει ρότα.

Τη δεκαετία του ’70, ο Γερμανός, που συνήθιζε να μην ομολογεί ποτέ την πραγματική χρονολογία της γέννησής του -μέχρι και την έκδοση του πιστοποιητικού θανάτου του οι θιασώτες του έριζαν για τη γενέθλια χρονιά του ανάμεσα στο 1933, το 1935 και το 1938- ξεκίνησε τη συνεργασία του με τον οίκο Fendi, σχεδιάζοντας ή μάλλον επανεφευρίσκοντας τα προϊόντα από γούνα. Αυτή θα αποδεικνυόταν η πιο μακρά και πιστή σχέση της ζωής του, αφού εξακολούθησε έως ότου ο σχεδιαστής αποχαιρέτησε τον μάταιο τούτο κόσμο. Ωστόσο, εκείνο που οδήγησε στη γιγάντωση της φιλοδοξίας του και μεγάλωσε τη λαιμαργία του για επιτυχία και αναγνώριση φαίνεται πως ήταν μια προσωπική σχέση του.

Θρυαλλίδα για την απόφαση του Λάγκερφελντ να γίνει ο ένας, ο ξεχωριστός ή μάλλον ο απόλυτος φαίνεται πως ήταν η βραχύβια σχέση του Ντε Μπασέ με τον Ιβ Σεν Λοράν. Οι δύο άνδρες αγαπήθηκαν παθιασμένα, ειδικά αν πιστέψει κανείς τη φήμη πως ο Λοράν κυκλοφορούσε δεκαετίες μετά το τέλος της σχέσης τους έχοντας μια φωτογραφία του περιστασιακού εραστή του στο αριστερό πέτο του σακακιού του, ήτοι στο μέρος της καρδιάς. Για τον Ντε Μπασέ ίσως τα πράγματα ήταν κατά τι διαφορετικά, αφού ήταν γνωστός για τις ασωτίες, τον έκλυτο βίο και τον τρόπο που χρησιμοποιούσε το σεξ για να ανελιχθεί κοινωνικά και να επιβιώσει. Το πάθος ανάμεσα στους δύο άνδρες ξύπνησε αισθήματα ζήλιας στον σύντροφο του Λοράν, τον Πιερ Μπερζέ, ο οποίος έφτασε στο σημείο να θεωρεί πως ο Λάγκερφελντ τον είχε χειραγωγήσει ώστε να ξεμυαλίσει και να οδηγήσει τον σχεδιαστή στην καταστροφή. Με τη μεθόδευση του Μπερζέ ο Λοράν αποκόπηκε από τον Ντε Μπασέ και τον Λάγκερφελντ και το χάσμα ανάμεσα στους δύο τοτεμικούς σήμερα σχεδιαστές δεν γεφυρώθηκε ποτέ έκτοτε.

 

Ήταν άραγε η ερωτική αντιζηλία που ξύπνησε στον Γερμανό σχεδιαστή τον ανταγωνισμό και τον καθοδήγησε στις μετέπειτα επαγγελματικές κινήσεις του; Ή μήπως η μεταστροφή του, που τελικά τον οδήγησε το 1982 στην ανάληψη των ηνίων του κλυδωνιζόμενου τότε οίκου Chanel, αλλά και στην αλλαγή της εικόνας του, η οποία χρόνο με τον χρόνο άρχισε να θυμίζει την εμβληματική φυσιογνωμία που όλοι ανακαλούμε σήμερα (μαύρα γυαλιά, λευκά πουκάμισα, πουδραρισμένη χαίτη), οφειλόταν στην ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης που είχε βρει στο πρόσωπο του Ντε Μπασέ; Η επιρροή του νεαρού Γάλλου, ο οποίος πέθανε νικημένος από AIDS το 1989 σε ηλικία μόλις 38 ετών με τον Καρλ Λάγκερφελντ στο προσκεφάλι του, φαίνεται πως ήταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταλυτική.

Λέγεται άλλωστε πως μετά τον θάνατο του συντρόφου της ζωής του, ο κατά τα άλλα νηφάλιος και εγκρατής συναισθηματικά Γερμανός έκαψε καθετί που θα μπορούσε να τον θυμίζει, ενώ η τελευταία επιθυμία του ήταν οι στάχτες του να αναμειχθούν με εκείνες του αγαπημένου του, που κράτησε για 30 χρόνια σπίτι του, και να σκορπιστούν μαζί στην αιωνιότητα.

info
Η σειρά «Becoming Karl Lagerfeld» θα προβάλλεται στην Ελλάδα από τις 7 Ιουνίου στο Disney+.

Πηγή: protothema.gr

Related posts

The Midnight Club: Μπορεί να κόπηκε η σειρά του Netflix αλλά μάθαμε τί θα γινόταν στη 2η σεζόν

TEO

Το επίσημο trailer για την 3η σεζόν του “For All Mankind” είναι εδώ

TEO

Νατάσα Λιόν: Πρωταγωνιστεί στη νέα ταινία του Τάικα Γουαϊτίτι

TEO

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα

Πολιτική Απορρήτου & Cookies