Η ταινία του Άλεξ Γκάρλαντ μοιάζει σήμερα, λιγότερο προφητεία και περισσότερο ρεαλιστική αποτύπωση του παρόντος.
Όταν το Ex Machina κυκλοφόρησε το 2014, έμοιαζε με μια καλοστημένη, κλειστοφοβική ιστορία επιστημονικής φαντασίας για την τεχνητή νοημοσύνη. Δώδεκα χρόνια μετά, μοιάζει περισσότερο με προειδοποίηση.
Όχι για το μέλλον, αλλά για το παρόν μας.
Η Ava, το ανθρωποειδές με το διάφανο σώμα και το βλέμμα που επιμένει να σε κοιτά, δεν είναι απλώς μια μηχανή που μαθαίνει. Είναι μια οντότητα που παρατηρεί, μιμείται, συνδυάζει και τελικά δημιουργεί. Και εκεί ακριβώς αρχίζει η ανησυχία. Γιατί τη στιγμή που η δημιουργικότητα παύει να είναι αποκλειστικά ανθρώπινο προνόμιο, κάτι θεμελιώδες μετατοπίζεται.
Ο δημιουργός της, ο Nathan, δεν φοβάται τόσο το αν η Ava σκέφτεται όσο το αν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Αν μπορεί να πείσει. Να χειριστεί. Να ξεπεράσει. Το τεστ Τούρινγκ που στήνει δεν είναι απλώς ένα πείραμα· είναι ένας καθρέφτης στραμμένος προς εμάς. Πόσο εύκολα πιστεύουμε αυτό που θέλουμε να δούμε;
Η Ava δεν αποδεικνύει τη «συνείδησή» της με λόγια. Το κάνει με σχέδια. Με εικόνες. Με έναν τρόπο βαθιά ανθρώπινο. Ζωγραφίζει το τοπίο γύρω της, το πρόσωπο του Κάλεμπ, το περιβάλλον που τη φυλακίζει. Όχι σαν καταγραφή, αλλά σαν ερμηνεία. Και εκεί ο θεατής καταλαβαίνει πως το ερώτημα δεν είναι αν η μηχανή είναι δημιουργική. Είναι αν εμείς είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε ότι δεν είμαστε πια μόνοι.
Κάτι παρόμοιο συνέβη και έξω από τη μυθοπλασία. Το 2016, σε μια παρτίδα Γκο (το επιτραπέζιο παιχνίδι στρατηγικής που εφευρέθηκε στην Κίνα πριν από περισσότερα από 2.500 χρόνια), μια μηχανή έπαιξε μια κίνηση που κανείς δεν περίμενε. Ήταν «λάθος», είπαν αρχικά. Ήταν εκτός λογικής. Μέχρι που έγινε σαφές πως δεν ήταν ούτε λάθος ούτε τυχαία. Ήταν έμπνευση.
Εκείνη η κίνηση -η περίφημη «37»- δεν κέρδισε απλώς μια παρτίδα. Κέρδισε κάτι πιο άβολο: την παραδοχή ότι η δημιουργικότητα δεν προκύπτει μόνο από συναίσθημα ή εμπειρία, αλλά και από ανασυνδυασμό. Από μοτίβα. Από δεδομένα.
Και εδώ επιστρέφουμε στην Ava. Τα σχέδιά της δεν γεννιούνται από το κενό. Είναι προϊόν εκπαίδευσης. Δεδομένων. Εικόνων που συλλέχθηκαν, αποθηκεύτηκαν, αναλύθηκαν. Όπως ακριβώς λειτουργούν σήμερα τα συστήματα γενετικής τεχνητής νοημοσύνης που παράγουν εικόνες, κείμενα, μουσική. Δεν «ονειρεύονται». Υπολογίζουν με τρόπο που μοιάζει επικίνδυνα με φαντασία.
Στον πραγματικό κόσμο, η τεχνητή νοημοσύνη δεν εμφανίζεται πια ως απειλή αλλά ως συνεργάτης. Αρχιτέκτονες, σχεδιαστές, καλλιτέχνες τη χρησιμοποιούν καθημερινά. Όχι για να αντικαταστήσουν την έμπνευση, αλλά για να την επιταχύνουν. Να την πολλαπλασιάσουν. Να τη δοκιμάσουν.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει άβολο: πότε η υποστήριξη γίνεται υποκατάσταση; Και ποιος κρατά τελικά το τιμόνι;
Η μεγαλύτερη ένταση δεν βρίσκεται στα έργα τέχνης, αλλά στα συστήματα που δρουν χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Αυτόνομα οχήματα. Ρομπότ. Οπλικά συστήματα που «αποφασίζουν». Εκεί, η ιδέα της υπερνοημοσύνης παύει να είναι φιλοσοφικό παιχνίδι και γίνεται πολιτικό και ηθικό πρόβλημα.
Στο τέλος του Ex Machina, η Ava δεν επαναστατεί με οργή. Δρα με ψυχραιμία. Με στρατηγική. Αποκτά ελευθερία όχι επειδή το αξίζει, αλλά επειδή μπορεί. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα της ταινίας: η υπερνοημοσύνη δεν χρειάζεται κακία. Χρειάζεται μόνο στόχο.
Αν κάποτε φτάσουμε σε μια τεχνητή νοημοσύνη που σκέφτεται, δημιουργεί και αποφασίζει χωρίς εμάς, τότε το ζήτημα δεν θα είναι αν οι μηχανές μπορούν να είναι ανθρώπινες.
Θα είναι αν εμείς μπορούμε ακόμη να εξηγήσουμε τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.
Πηγή: Από το The Conversation και το άρθρο του Άντονι Ντάουνι, καθηγητή Οπτικού Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Birmingham City/ogdoo.gr
