Music News

Cowboy Carter: H αμερικανική φαντασία της Beyoncé

Τον Αύγουστο του 1970 η Αμερικανίδα τραγουδίστρια Linda Martell (γεννημένη ως Thelma Bynem το 1941 στο Leesville της Νότιας Καρολίνα) κυκλοφόρησε τον ντεμπούτο δίσκο “Color me Country” κολυμπώντας σε αχαρτογράφητα νερά με οδηγό το όραμα του παραγωγού Shelby Singleton για τον οποίο μια μαύρη τραγουδίστρια στα λευκά χωράφια της country and western θα ήταν το πολυπόθητο “X factor” που θα έκανε τη διαφορά, ίσως να τα ήταν και από τους λίγους που θυμούνταν τα δάνεια από την αφροαμερικανική λαϊκή μουσική με τα οποία χτίστηκε το οικοδόμημα της «λευκής» country μουσικής. Με το “Color Me Country” (απείρως πιο πετυχημένος τίτλος από το “Cowboy Carter”) η Linda Martell πλασαρίστηκε στο Τop 40 των Country Charts, έγινε η πρώτη μαύρη γυναίκα που βγήκε στο δημοφιλές country ραδιοφωνικό “Grand Ole Opry” του Nashville και γενικώς καθιερώθηκε ως η πρώτη επιτυχημένη μαύρη γυναίκα country καλλιτέχνιδα, ανοίγοντας σε μεγάλο βαθμό για τη μαύρη καλλιτεχνική κοινότητα του Nashville, διασχίζοντας τη φωτιά και το σίδερο των συχνών ρατσιστικών επιθέσεων μερίδας του λευκού κοινού των εμφανίσεών της.

Beyoncé: Το νέο album «Cowboy Carter», το δεύτερο μέρος της σειράς «Renaissance»

Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά επίσης η Linda Martell αναλαμβάνει τον ρόλο της επίτιμης προεδρεύουσας στο κολάζ του “Cowboy Carter”, του όγδοου studio album της Beyoncé και δεύτερης πράξης της τριλογίας που ξεκίνησε την πορεία της πριν δύο χρόνια με το “Renaissance”. Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά επίσης θα έλεγε κανείς ότι τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει όσο ριζικά θα έπρεπε.

Με το “Cowboy Carter” (το σύμφωνα με τον αρχικό προγραμματισμό πρώτο μέρος της τριλογίας που πανέξυπνα κρατήθηκε για τη δεύτερη πράξη) η Beyoncé συνεχίζει τη Renaissance saga, συνεχίζει επελαύνοντας καβάλα στο άλογο να κυνηγάει το προσωπικό της όνειρο/όραμα/αφήγημα για τη δημιουργία ενός magnus opus που θα ξύσει την αμερικανική μουσική παράδοση μέχρι να φανεί και να αναπνεύσει, με τους δικούς της όρους, η κραταιή μαύρη της ρίζα, η ρίζα που ανέκαθεν λειτούργησε ως φλέβα και αρτηρία μαζί για την αμερικανική μουσική. Αν όμως στο “Renaissance” η αποστολή αυτή (τελικά) ήταν σημαντικά πιο εύκολη καθώς (έστω και κατόπιν εορτής) τα εύσημα στις black and queer κοινότητες για το δώρο της house στην ιστορία της μουσικής έχουν (έστω και μερικώς) αποδοθεί, για το “Cowboy Carter” τo έδαφος ήταν στρωμένο με τις όλες τις νάρκες ενός genre που σχεδόν εξαρχής (δηλαδή ήδη από τα 20s) εργαλειοποιήθηκε, μάλλον διαστρεβλωτικά, ως μια σημαία «λευκής υπεροχής» στην αμερικανική μουσική βιομηχανία.

Αυτό που πρέπει αδιαμφισβήτητα να πιστωθεί στη Beyoncé είναι ό, τι δεν άφησε το παραμικρό περιθώριο για οποιοδήποτε σενάριο θα την ήθελε να βαδίζει ξυπόλυτη στ’ αγκάθια ενός με την πρώτη ματιά ανοίκειου εγχειρήματος. Ως έμπειρη επαγγελματίας-επιχειρηματίας super star βρήκε τον ιδανικό τρόπο για την ιδανική αξιοποίηση του καλλιτεχνικού, οικονομικού, celebrity και εν γένει προσωπικού κεφαλαίου της για την υλοποίηση μιας ιδέας που μπορεί στη χειρότερη περίπτωση να μη σε «πιάσει» ή να μη σε ξετρελάνει, σε καμία περίπτωση ωστόσο δεν μπορείς να τη μεμφθείς για έλλειψη σοβαρότητας ή στιβαρότητας (για την καλύτερη περίπτωση δεν μιλάμε καν, είναι άλλωστε η κρατούσα και τη διαβάζουμε στους τίτλους των περισσότερων κορυφαίων μέσων του κόσμου και στις πεντάστερες κριτικές του ξετρελαμένου κοινού).

Μελέτη και συστηματική εργασία ετών, μουσική, καλλιτεχνική και ιστορική τεκμηρίωση που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τη δουλειά κορυφαίων μουσικολόγων, παιχνίδια ψιλοβελονιά μεταξύ των ειδών, λίστα πολιτισμικών και πολιτιστικών αναφορών που μπορεί να ταπώνει ακόμα και τους «σκληρούς» του μουσικού Τύπου. Ένα masterplan στρατηγικών συνεργασιών με name dropping που ζαλίζει: Η παλιά «λευκή» φρουρά των Dolly Parton, Willie Nelson herself υπογράφουν στη Beyoncé συστατική επιστολή την οποία αναλαμβάνει να παραδώσει με το προφανές «από κάτω κείμενο» η νέα μαύρη country revival γενιά των Brittney Spencer και Tiera Kennedy σε έναν κόσμο που τα παιδιά του μεγαλώνουν με Miley Cyrus και Post Malone. Η παραγωγή ένα αλφάδι αιχμής που βάζει υποψηφιότητα σχετικό κορυφαίο βραβείο εκεί έξω, για να μιλήσουμε στη γλώσσα των Όσκαρ αν το “Cowboy Carter” ήταν η ταινία που μάλλον η Queen Bay στον ύπνο της θα είχε τουλάχιστον σαρώσει όλα τα βραβεία τεχνικών κατηγοριών. Η ίδια η Beyoncé στο απόλυτο ύψος των περιστάσεων με τα καλύτερα ίσως φωνητικά που έχει παραδώσει σε επίπεδο album στην καριέρα της. Από εκεί και πέρα και πάνω απ’ όλα ένα καλειδοσκόπιο που συνεχίζει ξέφρενα το παιχνίδι των ρητών και υπόρρητων references στο οποίο φαίνεται να κάνει πρωταθλητισμό η Beyonce τελευταία, βγάζοντας από τα σωθικά του τα πάντα (αντλώντας ανερυθρίαστα και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού) χωρίς να περισσεύει τίποτα: Tα country-soul crossovers του Ray Charles και το τεξανό ραδιόφωνο. Οι μαξιμαλισμοί των Queen, οι συγχορδίες των Fleetwood Mac και οι κοινωνικοπολιτικοί στοχασμοί των Beatles με φόντο τα εμβληματικά κινήματα δικαιωμάτων των 60s. H κόκκινη σκόνη και οι μπότες που φτιάχτηκαν για να περπατούν (all over you). Η φυσαρμόνικα του Stevie Wonder στο clickbait του “Jolene” cover και η κιθάρα του Nile Rorers στo “Levi’s Jeans”. Το homage σε μια από τις πιο όμορφες ιταλικές άριες του 18ου αιώνα (“Caro Mio Ben”) σε ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του δίσκου (“Daughter”). To feature της δικιάς της κόρης, της μικρής Remi Carter στο “Protector”. H κομψή και αθώα τρολ υποψία του hip hop ιντερμέδιου “Spaghetti” και το “Ya Ya” που αλληθωρίζει προς όλες τις πλευρές του παραδοσιακού αμερικανικού rock ‘n’ roll. Το διακηρύττει of all people και η ίδια η Linda Martell στο “Spaghetti”: “Genres are a funny little concept aren’t they?”

Υπερπροσπάθησε στο “Cowboy Carter” η Beyoncé; Εννοείται. Πόσο πιθανό άραγε θα ήταν να υπάρξει αυτό το αποτέλεσμα με αυτό το μήκος, πλάτος και βάθος τεκμηριωμένης λεπτομέρειες σε κάτι λιγότερο από τα πέντε χρόνια που χρειάστηκαν, με κάτι λιγότερο από τις μάλλον εξαντλητικές έρευνες και δοκιμές που σχεδόν μπορείς να δεις να προβάλλονται σε ένα νοερό making-of documentary. Και σε κάθε περίπτωση είναι πολύ προτιμότερο να λαμβάνεις και να απολαμβάνεις ένα τέτοιου επιπέδου παράγωγο υπερπροσπάθειας παρά κάποιο αμφίβολης έμπνευσης patchwork με πρόχειρες ραφές που θέλει να πλασαριστεί ως πρωτοπορία στη θέση της πρωτοπορίας. Εξυπηρετεί η Beyoncé το προσωπικό της αφήγημα; Προφανέστατα. Ο τρόπος που (είναι σε θέση να) εκμεταλλεύεται σημειολογικά και σημασιοδοτικά τις κυκλοφορίες της έχει σφραγιστεί ήδη από το 2016 και τον θρίαμβο του “Lemonade”. Και η Renaissance τριλογία είναι διαμορφώνεται πια ξεκάθαρα το προσωπικό στοίχημα ενός πολύπτυχου concept φορτωμένου με τη φιλοδοξία να γράψει ιστορία στη σύγχρονη μουσική βιομηχανία. Υπό αυτήν την έννοια “Cowboy Carter”, αν και δεν διαθέτει τα αβανταδόρικα vibes του “Renaissance”, μπορεί να λειτουργήσει ως ένα ιδανικό center piece ενός τέτοιου έργου καθώς ο πλούσια διαστρωματωμένος καμβάς του προσφέρεται για πολλαπλές εφαρμογές και αναγνώσεις. Το ακούς και νομίζεις ότι είσαι στο θέατρο, ότι βλέπεις ταινία, ότι ξεφυλλίζεις φωτογραφικό λεύκωμα. Ναι υπό αυτήν την έννοια το “Cowboy Carter” δεν μοιάζει με τίποτα άλλο στη σύγχρονη «εμπορική» μουσική δισκογραφία, όπως άλλωστε δεν μοιάζει με οτιδήποτε άλλο και το stardom της Bey.

Beyonce: Οι αντιδράσεις για το «Cowboy Carter»

Τελικά όμως σε ποια Αμερική απευθύνεται ή θέλει να απευθυνθεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η Beyonce; Σε αυτήν που την «κράζει» πρόθυμα για καταπάτηση των ιερών και των όσιων της λευκής country κουλτούρας (ξεχνώντας επίσης πρόθυμα πόσα μαύρα πολιτισμικά εδάφη έχουν λεηλατηθεί και τσαλαπατηθεί από λευκά μάτια με δολάρια στην κόρη του οφθαλμού τους;). Στην πλέον προβληματική μερίδα αυτής που είναι κάτι παραπάνω από έτοιμη να διολισθήσει με το πρώτο σφύριγμα στις ευκολίες του ρατσιστικού λόγου; Στα υπόγεια νέο-τραμπικά κύματα που καραδοκούν να της ξεσκίσουν το «ιερόσυλο» εξώφυλλο του “Cowboy Carter” ή στις μπερδεμένες φωνές που εξεγείρονται με την αλλαγή παραδείγματος του “Jolene” ή στο φανατικό κοινό της που υπογράφει με κλειστά μάτια οποιοδήποτε μανιφέστο της και πίνουν από την αναγκαστικά ιλουστρασιόν empowerment πηγή της; Στην Αμερική που ανέθρεψε τη Beyoncé Giselle Knowles-Carter, το κορίτσι από το Τέξας με το αίμα Κρεολής από την πλευρά της μητέρας της και τον μπαμπά με τις δισκογραφικές ανησυχίες που έγινε ο πρώτος της μάνατζερ; Την αμέσως προηγούμενη ή την αμέσως επόμενη Αμερική; Την παλιά ή την καινούργια; Ελλείψει επικρατέστερης εκδοχής θα φτιάξει από όλα αυτά τα υλικά τη δικιά της και θα τραγουδήσει για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της. Τα συμπεράσματα δικά μας, δικά σας και δικά τους.

Ο χρόνος θα δείξει αν η φλόγα του ενθουσιασμού κοινού και μεγάλης μερίδας των κριτικών γύρω από το “Cowboy Carter” αντέξει στα τεστ κοπώσεως του χρόνου. Ο χρόνος θα δείξει επίσης αν ένα album που μάλλον τείνει να λειτουργήσει καλύτερα ως ανθολογία μουσικών και πολιτισμικών παραπομπών παρά ως αυτούσιος μουσικός δίσκος μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική πρόταση στο αχαρτογράφητο σήμερα και αύριο της παγκόσμιας μουσικής. Αυτό που είναι σίγουρο ωστόσο είναι ότι το “Cowboy Carter” είναι ένα album βαθιά υβριδικό και  εντυπωσιακό, βαθιά εντυπωσιακό στην εποχή των εντυπώσεων που μασάει και φτύνει τα ίδια της τα παιδιά,  στην εποχή του γρήγορου, του ακόμα πιο γρήγορου, του αδύνατου που γίνεται δυνατού, στην αχόρταγη εποχή που ζητάει απεγνωσμένα το επόμενο ανήκουστο, το επόμενο καινούριο, το επόμενο «ανίερο» πάντρεμα για να χτίσει γύρω του ένα συνήθως θνησιγενές επικοινωνιακό βασίλειο. Ένα πάντρεμα όπως αυτό μιας black billionaire super star και marketing genius που αποφασίζει να μιλήσει για την αμερικανική της φαντασία ξεθάβοντας, αποδομώντας, ανακατασκευάζοντας και διασκευάζοντας τις έγχορδες φόρμες με τις οποίες κάποτε η λευκή εργατική τάξη τραγούδησε τους δικούς της καημούς. Ιδωμένο από αυτήν την οπτική γωνία, με κάθε επιφύλαξη μιας κερκίδας κάπως μακριά από τον χορό, ίσως τελικά το “Cowboy Carter” να είναι και μια ιδιότυπη επιτομή αμερικανικότητας. Αμερικάνικα κόλπα πληρωμένα με σκληρό αμερικανικό νόμισμα από την απέναντι πλευρά, από εκεί που η Beyonce μπορεί να κάνει (περίπου) ό, τι θέλει, κρατώντας πάντα την πρώτη και την τελευταία κίνηση. Με ένα τέτοιο ματ συνόψισε πρώτη και καλύτερη το “Cowboy Carter” καλύτερα από όλο το μελάνι που χύνεται και θα χυθεί γύρω του: “Cowboy Carter is not a country album – it’s a Beyoncé album”. Ραντεβού στην τρίτη πράξη.

Πηγή: athensvoice.gr

Related posts

To electro synth τρίο των Mona Kana κυκλοφορεί το πρώτο του EP

TEO

Eurovision 2024: Αλλάζουν οι στίχοι του «October Rain» του Ισραήλ για να συμμετάσχει στον διαγωνισμό

TEO

Rolling Stones: Ακόμη μια πρωτιά

TEO

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα

Πολιτική Απορρήτου & Cookies