Ιδέες που ξεκίνησαν ως καινοτομίες με κοινωνικό όραμα, αλλά κατέληξαν να δημιουργούν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα έλυσαν.
Στις αρχές του 21ου αιώνα, μια σειρά από τεχνολογικές και κοινωνικές ιδέες παρουσιάστηκαν ως λύσεις για χρόνια προβλήματα: περισσότερη διαφάνεια, περισσότερη ελευθερία, πιο αποδοτικά συστήματα. Κάποιες από αυτές όντως άλλαξαν τον κόσμο προς το καλύτερο. Άλλες όμως, παρά τις αρχικές τους υποσχέσεις, εξελίχθηκαν σε απογοητευτικά πειράματα, είτε επειδή παρερμηνεύτηκαν, είτε επειδή αξιοποιήθηκαν με τρόπους που ακύρωσαν τον αρχικό τους σκοπό.
Χαρακτηριστικές «αστοχίες» του αιώνα μας
Σε αυτό το πλαίσιο, το BBC κατατάσσει ορισμένες από τις πιο χαρακτηριστικές «αστοχίες» του αιώνα: ιδέες που ξεκίνησαν ως καινοτομίες με κοινωνικό όραμα, αλλά κατέληξαν να δημιουργούν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα έλυσαν.
Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί το Bitcoin. Όταν εμφανίστηκε το 2008, παρουσιάστηκε ως ένα αποκεντρωμένο νόμισμα, ανεξάρτητο από κυβερνήσεις και τράπεζες, βασισμένο σε ένα δημόσιο, κατανεμημένο καθολικό: Το blockchain. Η βασική του υπόσχεση ήταν απλή και ελκυστική, ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα χωρίς μεσάζοντες, όπου κάθε συναλλαγή καταγράφεται με διαφάνεια και ασφάλεια μέσω κρυπτογραφίας.
Στην πράξη, όμως, το Bitcoin αποδείχθηκε σχεδόν άχρηστο ως καθημερινό νόμισμα. Η μεγάλη μεταβλητότητα το καθιστά ακατάλληλο για συναλλαγές, ενώ οι περισσότεροι το αντιμετωπίζουν πλέον ως επενδυτικό προϊόν υψηλού ρίσκου. Η διαδικασία απόκτησής του, μέσω του λεγόμενου mining, απαιτεί την επίλυση ολοένα και πιο πολύπλοκων κρυπτογραφικών γρίφων. Αν στις πρώτες ημέρες αρκούσε ένας απλός υπολογιστής, σήμερα η «εξόρυξη» γίνεται σε ολόκληρες αποθήκες γεμάτες επεξεργαστές που καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ενέργειας.
Αυτό έχει μετατρέψει ένα θεωρητικά οικολογικό ψηφιακό σύστημα σε έναν από τους πιο ενεργοβόρους μηχανισμούς του σύγχρονου διαδικτύου. Παράλληλα, η συγκέντρωση της υπολογιστικής ισχύος σε λίγους μεγάλους παίκτες αναιρεί στην πράξη το ιδεώδες της αποκέντρωσης. Αντί για δημοκρατικοποίηση των οικονομικών, το Bitcoin κατέληξε να ενισχύει νέες μορφές ανισότητας και κερδοσκοπίας.
Η ευρύτερη κουλτούρα γύρω από το blockchain ακολούθησε παρόμοια τροχιά. Για χρόνια, το σύνθημα στον τεχνολογικό κόσμο ήταν «βάλ’ το στο blockchain», ακόμη και όταν δεν υπήρχε σαφές πρακτικό όφελος. Πολλές εφαρμογές αποδείχθηκαν πιο αργές, πιο ακριβές και λιγότερο αξιόπιστες από τα συμβατικά συστήματα που υποτίθεται ότι θα αντικαθιστούσαν.

Το Bitcoin δεν είναι η μόνη περίπτωση όπου μια φιλόδοξη ιδέα εκτροχιάστηκε. Το metaverse υπήρξε ίσως το πιο θορυβώδες παράδειγμα του πώς μια ασαφής έννοια μπορεί να πλασαριστεί ως αναπόφευκτο μέλλον. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει ένα χαλαρό σύνολο τεχνολογιών – εικονική πραγματικότητα, επαυξημένη πραγματικότητα, ανοιχτούς ψηφιακούς κόσμους, avatars και NFTs – σαν να επρόκειτο για το «ίντερνετ 3.0».
Το όραμα, όπως το περιγράφει το κείμενο, έμοιαζε με κακοσχεδιασμένη δυστοπία: Θα δουλεύαμε και θα κοινωνικοποιούμασταν σε ένα ημι-ψηφιακό επίπεδο, με avatars που για κάποιο λόγο δεν θα είχαν πόδια, θα αγοράζαμε επαύλεις από pixels και θα δεχόμασταν ειδοποιήσεις που θα «κολλούσαν» πάνω στην πραγματικότητα μέσω έξυπνων γυαλιών. Η πραγματικότητα, όμως, ήταν πιο πεζή: Βαριές συσκευές στο πρόσωπο, δυσκολία υιοθέτησης, χαμηλή χρησιμότητα. Και κυρίως, μια τεράστια οικονομική αιμορραγία, με τον κλάδο VR της Meta να καταγράφει απώλειες δεκάδων δισεκατομμυρίων από το 2020, ενώ ακόμη και ειδικοί αμφισβητούν αν θα παίξει ουσιαστικό ρόλο στη ζωή μας μέχρι το 2040.
Στον ίδιο άξονα υπερ-υπόσχεσης και υπο-παράδοσης κινήθηκε και το Hyperloop. Από μηχανική σκοπιά, η ιδέα είναι εντυπωσιακή: άνθρωποι και φορτία κινούνται σε σχεδόν κενό αέρος μέσα σε σωλήνα, προωθούμενοι με μαγνήτες σε ταχύτητες που αγγίζουν τα 1.000 χλμ/ώρα. Στη θεωρία, επανάσταση. Στην πράξη, ένα πρόβλημα υποδομής, κόστους και ασφάλειας που αποδεικνύεται δυσθεώρητο. Το κείμενο θυμίζει ότι ο Elon Musk έγραψε white paper το 2013, ξεπήδησαν start-ups και κατασκευάστηκαν test tracks, αλλά οι επικριτές θεωρούν ότι η πολυπλοκότητα του έργου απλουστεύτηκε υπερβολικά. Η ειρωνεία αποτυπώνεται σε ένα στιγμιότυπο: ολλανδική εταιρεία έκανε δοκιμή το φθινόπωρο του 2024 με «κορυφαία» ταχύτητα 30 χλμ/ώρα.
Αν κάποια αποτυχία ξεφεύγει από το πεδίο του «κρίμα αλλά δεν πειράζει» και μπαίνει στο «επικίνδυνο», αυτή είναι η υπόθεση Theranos. Η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι δημιούργησε ένα φορητό εργαστήριο, το Edison, ικανό να εντοπίζει πάνω από 200 ασθένειες -ακόμη και καρκίνο- από μια σταγόνα αίμα από το δάχτυλο. «Spoiler: Δεν μπορούσε», σχολιάζει δηκτικά το κείμενο. Στο απόγειό της αποτιμήθηκε σε 9 δισ. δολάρια, η ιδρύτρια Elizabeth Holmes αποθεώθηκε ως η νεότερη αυτοδημιούργητη δισεκατομμυριούχος, μέχρι που καταγγελίες και έρευνες αποκάλυψαν αναξιόπιστα αποτελέσματα: ψευδώς θετικές διαγνώσεις HIV, ανακρίβειες που προκάλεσαν πανικό, λανθασμένες ενδείξεις για καρκίνο και διαβήτη. Η «διάγνωση» για τους πρωταγωνιστές ήρθε τελικά δικαστικά, με πολυετείς ποινές φυλάκισης.
Άλλες ιδέες ήταν λιγότερο φονικές αλλά βαθιά διαβρωτικές. Το like button, για παράδειγμα, παρουσιάζεται ως ένας μικρός σχεδιαστικός μηχανισμός που αναδιαμόρφωσε την κοινωνική συμπεριφορά: Δημιούργησε νέο νόμισμα επιβεβαίωσης, τροφοδότησε εθιστικά μοντέλα χρήσης και έδωσε στα αλγοριθμικά συστήματα ένα εργαλείο χαρτογράφησης της προσωπικότητάς μας. Το κείμενο επικαλείται την έρευνα του 2015 του ψυχολόγου Michal Kosinski, σύμφωνα με την οποία ένα μοντέλο μπορούσε να προβλέψει χαρακτηριστικά προσωπικότητας από τα Facebook likes καλύτερα ακόμη και από φίλους ή οικογένεια.
Στον κατάλογο μπαίνουν και οι μικροπλαστικές χάντρες (microbeads): πλαστικές σφαίρες μικρότερες του 1 χιλιοστού που «έκαναν θραύση» στις αρχές των ’00s σε οδοντόκρεμες και καλλυντικά για πιο λευκά δόντια και πιο «λεία» επιδερμίδα, αλλά αποδείχθηκαν περιβαλλοντική καταστροφή, καθώς ήταν πολύ μικρές για να φιλτραριστούν από τα λύματα και κατέληγαν στη θάλασσα και στην τροφική αλυσίδα, έως ότου άρχισαν οι απαγορεύσεις από το 2014.

Υπάρχουν, επίσης, οι ιδέες που έγιναν σύμβολα αμήχανης τεχνο-υπεροψίας. Το Segway, που διαφημίστηκε ως επανάσταση μεγαλύτερη κι από το ίντερνετ, δεν βρήκε ποτέ πραγματική θέση στην καθημερινή μετακίνηση, δεν πιστοποιήθηκε παντού για δρόμους και έμεινε κυρίως ως τουριστικό γκατζετάκι, με μια μαύρη υποσημείωση: τον θάνατο του Jimi Heselden, που είχε αγοράσει την εταιρεία και σκοτώθηκε όταν έπεσε με Segway από γκρεμό. Στο ίδιο πνεύμα, το Google Glass ενσάρκωσε την ιδέα του «έξυπνου» προϊόντος χωρίς βασική αίσθηση κοινωνικών ορίων: Οθόνη λίγα χιλιοστά από το μάτι, πρόσβαση στο διαδίκτυο παντού, και μια κάμερα που μπορούσε να καταγράφει τους πάντες συνεχώς. Το αποτέλεσμα ήταν κοινωνική δυσφορία και τεράστιες αντιδράσεις για την ιδιωτικότητα, με το προϊόν να αποσύρεται το 2015, ενώ -όπως σημειώνεται- επανεμφανίζονται ανά διαστήματα εξίσου «ανατριχιαστικά» πρωτότυπα.
Στην κατηγορία των «κακών ιδεών με πραγματικά θύματα», η υπερσυνταγογράφηση οπιοειδών καταγράφεται ως μία από τις πιο οδυνηρές αστοχίες πολιτικής υγείας, με εκρηκτική αύξηση συνταγών και εκατομμύρια ανθρώπους να παλεύουν με εθισμό. Και στη ζώνη της ψηφιακής κερδοσκοπίας, τα NFTs εμφανίζονται ως η στιγμή που πολλοί αναρωτήθηκαν «αν οι πλούσιοι είναι καλά», όταν «JPEGs» πουλήθηκαν σε εξωφρενικά ποσά, για να ακολουθήσει κατάρρευση αξιών και «νεκρές» συλλογές.
Η γενική εικόνα που αναδύεται είναι πως οι χειρότερες ιδέες του 21ου αιώνα δεν είναι πάντα οι πιο παράλογες· είναι εκείνες που συνδύασαν τεχνολογικό ενθουσιασμό με κακό σχεδιασμό, επιθετικό μάρκετινγκ και αδιαφορία για συνέπειες. Και, τελικά, εκείνες που μας έπεισαν ότι το «καινούργιο» είναι από μόνο του καλύτερο, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο.
Πηγή: iefimerida.gr
