Είχαν χαρακτήρα, τεχνολογία και ουσιαστικές δυνατότητες. Οι Yamaha Super Tenere 1200, Honda VFR1200F και Aprilia Caponord 1200 δείχνουν ότι μια αξιόλογη μοτοσυκλέτα δεν γίνεται απαραίτητα εμπορικά επιτυχημένη.
Η εμπορική επιτυχία μιας μοτοσυκλέτας δεν κρίνεται μόνο στον δρόμο. Μετράνε η τιμή, η εικόνα της μάρκας, η χρονική στιγμή και κυρίως, το πόσο ξεκάθαρα καταλαβαίνει ο υποψήφιος αγοραστής τι του προσφέρει.
Υπάρχουν μοντέλα που απέκτησαν πιστούς φίλους, χωρίς να καταφέρουν να γίνουν οι πρωταγωνιστές της κατηγορίας τους. Οι τρεις παρακάτω περιπτώσεις αξίζουν μια δεύτερη ματιά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είχαν αδυναμίες ή ότι η αγορά ήταν υποχρεωμένη να τις επιβραβεύσει.
Yamaha Super Tenere 1200: Φτιαγμένη για να γράφει χιλιόμετρα
Όταν η Yamaha παρουσίασε τη σύγχρονη Super Tenere το 2010, η κατηγορία των μεγάλων adventure είχε ήδη έναν ισχυρό πόλο αναφοράς: Την BMW R 1200 GS.
Η ιαπωνική απάντηση βασίστηκε σε διαφορετικές προτεραιότητες. Ο δικύλινδρος σε σειρά των 1.199 κ.εκ. με στρόφαλο 270 μοιρών, συνδυάστηκε με μετάδοση μέσω άξονα και μια κατασκευή προσανατολισμένη στις μεγάλες αποστάσεις. Ο άξονας περιόριζε τις ανάγκες συντήρησης της τελικής μετάδοσης, κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο για ταξιδιωτική χρήση.

Η Super Tenere έδινε έμφαση στη στιβαρότητα, στην άνεση και στην εμπιστοσύνη που χρειάζεται ο αναβάτης όταν ταξιδεύει φορτωμένος. Το βάρος και ο αδιάφορος χαρακτήρας της όμως, δεν βοηθούσαν απέναντι σε ανταγωνιστές που πουλούσαν ευκολότερα την υπόσχεση της περιπέτειας.
Η δική μας ανάγνωση είναι ότι η Yamaha δεν κατάφερε να μετατρέψει αυτές τις ουσιαστικές αρετές σε εξίσου ισχυρή επιθυμία αγοράς. Η Super Ténéré κέρδιζε περισσότερο μέσα από τη συμβίωση παρά μέσα από την πρώτη εντύπωση.
Honda VFR1200F: Τεχνολογία που δυσκολεύτηκε να βρει κοινό
Η VFR1200F αποτέλεσε μια φιλόδοξη προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της sport touring μοτοσυκλέτας. Ο V4 των 1.237 κ.εκ. η μετάδοση με άξονα και η δυνατότητα επιλογής κιβωτίου διπλού συμπλέκτη δημιουργούσαν ένα ιδιαίτερο σύνολο.

Το 2010 έγινε η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής με το DCT της Honda. Μια τεχνολογία που σήμερα είναι γνώριμη σε πολλούς αναβάτες, τότε απαιτούσε να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τον χειρισμό μιας μεγάλης μοτοσυκλέτας.
Το πρόβλημα ήταν η ταυτότητά της. Για μέρος του κοινού της VFR, η μεγαλύτερη μοτοσυκλέτα απομακρυνόταν από την ισορροπία που αγαπούσε στις προηγούμενες γενιές. Το βάρος και το κόστος δυσκόλευαν επίσης την εξίσωση.
Η VFR1200F βρέθηκε ανάμεσα σε εκείνους που ζητούσαν μια περισσότερο σπορ μοτοσυκλέτα και εκείνους που προτιμούσαν μια ολοκληρωμένη τουριστική. Είχε τεχνολογικό βάθος, αλλά η θέση της στην αγορά δεν ήταν εξίσου ξεκάθαρη.
Aprilia Caponord 1200: Μια crossover με πολλές δυνατότητες
Η Caponord 1200 συνδύαζε V2 κινητήρα 1.197 κ.εκ. με έντονο ασφάλτινο χαρακτήρα και προηγμένο ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Στην έκδοση Travel Pack, το σύστημα ημιενεργητικών αναρτήσεων ADD αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της.

Ήταν μια πρόταση με επιδόσεις, άνεση και σαφή ταξιδιωτικό προσανατολισμό. Στην ίδια αγορά όμως, η BMW GS είχε καθιερωμένη παρουσία και η Ducati Multistrada διεκδικούσε δυναμικά το κοινό των premium crossover.
Η Aprilia χρειαζόταν να εξηγήσει καλύτερα γιατί κάποιος έπρεπε να επιλέξει την Caponord. Η τεχνολογία της αποτελούσε ισχυρό επιχείρημα, αλλά δεν αρκούσε από μόνη της για να δημιουργήσει την αναγνωρισιμότητα και την εμπορική δυναμική των ανταγωνιστών.
Η δεύτερη ματιά έχει αξία
Ο χαρακτηρισμός «αποτυχία» είναι εύκολος, αλλά συχνά αδικεί μοτοσυκλέτες με πραγματικές αρετές. Οι συγκεκριμένες τρεις δεν απευθύνονταν σε όλους και δεν ήταν απαλλαγμένες από συμβιβασμούς. Είχαν όμως, περισσότερα να προσφέρουν από όσα αφήνει να εννοηθεί η θέση τους στη συλλογική μνήμη.
Πηγή: 2wo.gr
