Ένας ετοιμοθάνατος πράκτορας της CIA σε πρώιμο αλτσχάιμερ ταράξει τις ισορροπίες των ανωτέρων του όταν τους απειλεί πως στα απομνημονεύματα του θα αποκαλύψει μερικές από τις «δραστηριότητες» του όσο ήταν στο σώμα. Καταλαβαίνεται ότι αυτό θα προτιμούσαν να μείνει στην αφάνεια. Στο «Wild Horse Nine», ο Μάρτιν ΜακΝτόνα μεταφέρει το μαύρο χιούμορ και τους αντιφατικούς χαρακτήρες του στη Χιλή του 1973, λίγο πριν από το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Σαλβαδόρ Αλιέντε (κείμενο: Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος).
Η ταινία παρουσιάστηκε στο τμήμα Perlak του Φεστιβάλ Σαν Σεμπαστιάν. Μιλώντας στον Gonzalo García Chasco για την επίσημη εφημερίδα της διοργάνωσης, ο δημιουργός των «Αποστολή στην Μπριζ» και «Τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» εξήγησε ότι τον ενδιέφερε να προσεγγίσει την πολιτική μέσα από μια ιστορία που διατηρεί το χιούμορ και την αφηγηματική της ένταση: «Δεν νομίζω ότι είμαι ο τύπος του κινηματογραφιστή που παραδίδει μαθήματα», ανέφερε. «Μου αρέσει ο κινηματογράφος που σε ψυχαγωγεί. Θέλω μια ταινία να είναι απολαυστική, αλλά εδώ με ενδιέφερε να προσεγγίσω υπόγεια την πολιτική και την αλήθεια».

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Κρις, ένας βετεράνος πράκτορας τον οποίο υποδύεται ο Τζον Μάλκοβιτς. Αντιμέτωπος με μια ανίατη ασθένεια και με τη σταδιακή επιδείνωση της μνήμης του, ταξιδεύει στο Νησί του Πάσχα (Ραπανουί) μαζί με τον νεότερο συνάδελφό του, Λι, τον οποίο ερμηνεύει ο Σαμ Ρόκγουελ. Καθώς γράφει τα απομνημονεύματά του (για την ακρίβεια, τα ηχογραφεί), αρχίζει να αποκαλύπτει όσα γνωρίζει για σκοτεινές επιχειρήσεις της αμερικανικής υπηρεσίας. Η εξομολογητική του διάθεση ανησυχεί τον προϊστάμενό του, που υποδύεται ο Στιβ Μπουσέμι, και μετατρέπει τη σχέση των δύο πρακτόρων σε μια επικίνδυνη δοκιμασία εμπιστοσύνης.
Για τον ΜακΝτόνα, ενδιαφέρον παρουσιάζει ακριβώς η αντίφαση ενός ανθρώπου που μπορεί να είναι ταυτόχρονα μεγάλος ψεύτης και φορέας επώδυνων αληθειών. Στις στιγμές ειλικρίνειάς του, ο Κρις αναγνωρίζει τη φρίκη πράξεων στις οποίες συμμετείχε επί χρόνια.
Ο σκηνοθέτης υπογράμμισε τη σημασία των σιωπών στην ερμηνεία του Μάλκοβιτς, ο οποίος τιμήθηκε στη Βενετία με το Βραβείο Βόλπι ανδρικής ερμηνείας. Ακόμη κι όταν ο ήρωας απλώς καπνίζει ή κοιτάζει έξω από ένα παράθυρο, η ενοχή και το βάρος της ζωής του παραμένουν αισθητά.

Για τον ΜακΝτόνα η Χιλή είχε αρκετό δημιουργικό ενφιαφέρον που ανακάύψε ήδη από τα νεανικά του χρόνια, όταν έμαθε για τον Βίκτορ Χάρα και τον ρόλο των ΗΠΑ στα γεγονότα του 1973. Παρότι δεν ξεκίνησε με πρόθεση να σχολιάσει ευθέως τη σημερινή Αμερική, αναγνώρισε ότι, βλέποντας την ολοκληρωμένη ταινία, διαπίστωσε αναλογίες με το παρόν.
Την πολιτική ίντριγκα συμπληρώνει η αισθητική του αμερικανικού σινεμά της δεκαετίας του ’70. Με τον διευθυντή φωτογραφίας Μπεν Ντέιβις, ο ΜακΝτόνα αναζήτησε έντονα χρώματα, επιβλητικά τοπία και την ελευθερία μιας σκοτεινής αφήγησης. Η συγγένεια με το γουέστερν (παντού υπάρχουν έρημες τοποθεσίες και άλογα όταν δεν πέφτει πιστολίδι) γίνεται απολύτως συνειδητή σε μια σκηνή με τον Τομ Γουέιτς, γυρισμένη στο Monument Valley. Μια αναφορά στον Τζον Φορντ που, όπως παραδέχτηκε, αποκαλύπτει καθαρά τις κινηματογραφικές καταβολές της ταινίας.
Πηγή: ertnews.gr
