Η Honda συνδυάζει στην CB1000GT τις επιδόσεις της Fireblade, τον άμεσο χαρακτήρα της Hornet και τις ταξιδιωτικές αρετές της Africa Twin. Το αποτέλεσμα είναι μια γρήγορη, άνετη και πλήρως εξοπλισμένη sport-touring μοτοσυκλέτα, ικανή να αλλάξει τις ισορροπίες της κατηγορίας.
Η BMW μπορεί να δημιούργησε πριν από 11 χρόνια την κατηγορία των τετρακύλινδρων Adventure-Sports με την S 1000 XR, όμως η Honda έρχεται τώρα να ανατρέψει τις ισορροπίες, όπως μόνο αυτή μπορεί και έχει την τεχνογνωσία να το πράξει (κείμενο: Κώστας Ταρναβάς).

Για την CB1000GT χρησιμοποιήθηκαν ο κινητήρας και το πλαίσιο της CB1000 Hornet. Η προσθήκη φαίρινγκ, φαρδιού τιμονιού, αναβαθμισμένων αναρτήσεων και πληρέστερου εξοπλισμού δημιούργησε μια ψηλόσωμη sport-touring μοτοσυκλέτα. Το σύνολο συμπληρώνεται από ένα σύγχρονο πακέτο ηλεκτρονικών συστημάτων και τοποθετείται απέναντι στις BMW S 1000 XR, Suzuki GSX-S1000GX και Yamaha Tracer 9 GT.
Κινητήρας και επιδόσεις
Ο τετρακύλινδρος σε σειρά κινητήρας των 1.000 κ.εκ. προέρχεται από τη Fireblade του 2017 και χρησιμοποιείται επίσης στην CB1000 Hornet. Στην CB1000GT έχει δεχθεί διαφορετικές ρυθμίσεις, ώστε να προσφέρει πιο γεμάτη απόδοση στις πραγματικές συνθήκες οδήγησης.
Και το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό. Ο κινητήρας επιταχύνει δυνατά όταν του ζητηθεί, κινείται ομαλά μέσα στην πόλη και παραμένει ελαστικός στο ταξίδι, προσφέροντας άφθονη δύναμη. Παράλληλα, ο ήχος και ο τρόπος με τον οποίο ανεβάζει στροφές αποκαλύπτουν τη σπορ καταγωγή του.

Η διάμετρος των κυλίνδρων και η διαδρομή των εμβόλων παραμένουν στα 76 και 55,1 χλστ. αντίστοιχα, όπως στα συγγενικά μοντέλα. Η σχέση συμπίεσης είναι 11,7:1, αισθητά χαμηλότερη από το 13:1 της Fireblade, στοιχείο που υπογραμμίζει τον περισσότερο χρηστικό χαρακτήρα της GT.
Η μέγιστη ισχύς φτάνει τους 150 ίππους στις 11.000 σ.α.λ. Η βασική έκδοση της Hornet αποδίδει ίδιους ίππους και στροφές, ενώ η έκδοση SP φτάνει τους 155 ίππους, χάρη και στη βαλβίδα μεταβλητής λειτουργίας της εξάτμισης. Η μέγιστη ροπή της CB1000GT ανέρχεται στα 102 Nm στις 8.750 σ.α.λ. έναντι 104 Nm στις 9.000 σ.α.λ. της Hornet και 107 Nm της Hornet SP.
Οι αριθμοί απέχουν αρκετά από τους 189 ίππους στις 13.000 σ.α.λ. της Fireblade του 2017. Αυτή η διαφορά, όμως, είναι απολύτως συνειδητή μιας και η Honda θυσίασε μέρος της ισχύος στις πολύ υψηλές στροφές, αναζητώντας περισσότερη ελαστικότητα και καλύτερη απόκριση στις μεσαίες.

Το εξατάχυτο κιβώτιο διαθέτει διαφορετική κλιμάκωση, προσαρμοσμένη στον sport-touring προσανατολισμό της μοτοσυκλέτας. Οι σχέσεις από τη δεύτερη έως την πέμπτη ευνοούν την επιτάχυνση, ενώ η μακριά έκτη διατηρεί χαμηλότερες τις στροφές στον αυτοκινητόδρομο. Με περίπου 130 χλμ./ώρα στο κοντέρ, ο κινητήρας λειτουργεί στις 5.000 σ.α.λ. έχοντας ακόμη μεγάλο περιθώριο μέχρι το ανώτατο όριο περιστροφής του.
Πειστική σε κάθε ρυθμό
Η επιτάχυνση είναι τόσο έντονη όσο θα περίμενε κανείς από έναν κινητήρα με καταγωγή από Fireblade, ιδιαίτερα με επιλεγμένο το πρόγραμμα Sport. Η απόκριση στο γκάζι είναι άμεση, αλλά και απόλυτα ελεγχόμενη, επιτρέποντας στον αναβάτη να επιλέξει με ακρίβεια πόση δύναμη θέλει να περάσει στον πίσω τροχό. Στις χαμηλότερες σχέσεις, όσο πιο αποφασιστικά ανοίγει το γκάζι τόσο πιο «βίαια εκτοξεύεται» η CB1000GT.
Παρά την εκρηκτική πλευρά της, μπορεί να κινηθεί πολιτισμένα στην καθημερινότητα. Περνά με ομαλότητα μέσα από την κίνηση της πόλης και παραμένει ξεκούραστη στον αυτοκινητόδρομο. Όταν, όμως, ο δρόμος γίνεται «στριφτερός» και ο κινητήρας ανεβάζει στροφές, ο χαρακτήρας της αλλάζει. Ο τετρακύλινδρος γεμίζει τον δρόμο με τον χαρακτηριστικό του ήχο, ειδικά στην μοτοσυκλέτα της δοκιμής που «φόραγε» τελικό Akrapovic και μάλιστα «ξετάπωτο» (!), η επιτάχυνση γίνεται καταιγιστική και το φαρδύ τιμόνι προσφέρει τον έλεγχο που χρειάζεται ο αναβάτης για να αξιοποιήσει τις δυνατότητές της.

Η τελική ταχύτητα περιορίζεται ηλεκτρονικά στα 200 χλμ./ώρα. Μπορεί ο συγκεκριμένος αριθμός να προκαλέσει συζητήσεις, στην πράξη όμως δεν περιορίζει τον sport-touring χαρακτήρα ή τη χρηστικότητα της μοτοσυκλέτας στον δρόμο.
Συμπλέκτης, quickshifter και ηλεκτρονικά
Ο μονόδρομος συμπλέκτης απαιτεί μια μικρή περίοδο εξοικείωσης, καθώς στη διαδρομή της μανέτας γίνεται αισθητό ένα ελαφρύ «σκαλοπάτι». Αυτό δεν επηρεάζει τη λειτουργία του, ενώ ο μηχανισμός ολίσθησης προσφέρει επιπλέον ασφάλεια στα απότομα κατεβάσματα σχέσεων.
Στον βασικό εξοπλισμό περιλαμβάνεται quickshifter δύο κατευθύνσεων. Μέσα από το μενού μπορεί να ρυθμιστεί η δύναμη που απαιτείται στον επιλογέα για την αλλαγή σχέσης, επιτρέποντας στον αναβάτη να προσαρμόσει τη λειτουργία του στις προτιμήσεις του. Προς το παρόν δεν υπάρχει επιλογή E-Clutch, αν και η CB1000GT μοιάζει ιδανική υποψήφια για την εφαρμογή του συστήματος στο μέλλον.

Το ηλεκτρονικό γκάζι Ride-by-Wire συνοδεύεται από τρία επίπεδα απόδοσης ισχύος, φρένου κινητήρα και ελέγχου πρόσφυσης. Οι παράμετροι αυτές συνδυάζονται σε τέσσερα προκαθορισμένα προγράμματα οδήγησης -Standard, Sport, Rain και Tour- καθώς και σε ένα πλήρως παραμετροποιήσιμο User.
Στην πράξη, τα Standard και Sport καλύπτουν τις περισσότερες ανάγκες. Το Sport προσφέρει αμεσότερη απόκριση στο γκάζι, χωρίς να γίνεται απότομο, και συνδυάζεται με πιο σφιχτές ρυθμίσεις της ηλεκτρονικά ελεγχόμενης ανάρτησης. Εξασφαλίζει καλύτερο έλεγχο στον γρήγορο ρυθμό, με τίμημα μέρος της άνεσης. Το Standard μαλακώνει ελαφρώς την απόκριση και επιλέγει πιο ενδοτικές ρυθμίσεις για την ανάρτηση, προσφέροντας την καλύτερη ισορροπία για την καθημερινή χρήση και το ταξίδι.
Κατανάλωση λαδιού
Η άφιξη της CB1000GT στις εκθέσεις καθυστέρησε, εξαιτίας των ανησυχιών που προκάλεσαν αναφορές για αυξημένη κατανάλωση λαδιού στην CB1000 Hornet του 2025. Η Honda εντόπισε το πρόβλημα στις προδιαγραφές κατασκευής των ελατηρίων των πιστονιών, τα οποία επέτρεπαν στο λάδι να περνά στον θάλαμο καύσης. Αυτό οδήγησε σε επίσημες ανακλήσεις σε Ευρώπη, ΗΠΑ και Αυστραλία
Σύμφωνα με τη Honda, η διαφορά ανάμεσα στην ανώτερη και την κατώτερη ένδειξη της προβλεπόμενης ποσότητας λαδιού είναι 500 ml, από τα 3.500 στα 3.000 ml. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και πριν από την αντιμετώπιση του ζητήματος, ένας έλεγχος της στάθμης περίπου κάθε 1.600 χιλιόμετρα θα επέτρεπε στον ιδιοκτήτη να διαπιστώσει εγκαίρως οποιαδήποτε απώλεια και να παραμείνει εντός των προβλεπόμενων ορίων.

Το θέμα δεν πρέπει να υποβαθμίζεται, ιδιαίτερα σε μια μοτοσυκλέτα σχεδιασμένη για ταξίδια και μεγάλες αποστάσεις. Από την άλλη πλευρά, χρειάζεται να αξιολογείται στις πραγματικές του διαστάσεις, μακριά από την υπερβολή που συχνά συνοδεύει σχετικές συζητήσεις στο διαδίκτυο.
Ο τακτικός έλεγχος της στάθμης λαδιού αποτελεί βασικό μέρος της συντήρησης κάθε μοτοσυκλέτας. Αν ο αναβάτης γνωρίζει ότι ο κινητήρας καταναλώνει κάποια ποσότητα και πραγματοποιεί τους προβλεπόμενους ελέγχους, μπορεί να προλάβει οποιοδήποτε πρόβλημα. Το ίδιο άλλωστε, ισχύει και για άλλους κρίσιμους παράγοντες ασφάλειας, όπως η σωστή πίεση των ελαστικών.
Οδική συμπεριφορά, αναρτήσεις και βάρος
Η CB1000GT δίνει την αίσθηση μιας ελαφριάς και ευέλικτης μοτοσυκλέτας στις χαμηλές ταχύτητες, παραμένοντας σταθερή και σίγουρη όταν ο ρυθμός ανεβαίνει. Μοιράζεται το ατσάλινο πλαίσιο τύπου διαμάντι με τις CB1000 Hornet και CB1000F, αλλά συνοδεύεται από μακρύτερο και ενισχυμένο υποπλαίσιο, ώστε να αντέχει το πρόσθετο φορτίο συνεπιβάτη και αποσκευών.
Το ανακοινώσιμο βάρος με υγρά είναι 229 κιλά χωρίς τις πλαϊνές βαλίτσες. Οι τελευταίες προσθέτουν 12 κιλά, ανεβάζοντας το σύνολο στα 241. Χωρίς αυτές, η Honda βρίσκεται πολύ κοντά στις ανταγωνιστικές Suzuki GSX-S1000GX, Yamaha Tracer 9 GT και BMW S 1000 XR, οι οποίες ζυγίζουν 233 και 227 κιλά αντίστοιχα, παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιούν πλαίσια από αλουμίνιο.

Το ψαλίδι είναι μακρύτερο κατά 16 χλστ. σε σχέση με εκείνο της Hornet, ενισχύοντας τη σταθερότητα. Η γωνία κάστερ παραμένει στις 25 μοίρες, ενώ το ίχνος έχει αυξηθεί κατά 8 χλστ. Το μεταξόνιο φτάνει τα 1.465 χλστ. αντί των 1.455 χλστ. της CB1000 Hornet. Το ενισχυμένο υποπλαίσιο μεταφέρει οριακά περισσότερο βάρος προς τα πίσω, με την κατανομή να διαμορφώνεται σε 51:49, από 51,2:48,8 στη Hornet.
Οι συγκεκριμένες αλλαγές προσφέρουν στην CB1000GT σταθερότητα σε όλο τις συνθήκες. Παρά το φαρδύ τιμόνι, αλλάζει κατεύθυνση γρήγορα και στρίβει με ακρίβεια, χωρίς να εμφανίζει την τάση να «πέφτει» απότομα προς το εσωτερικό της στροφής όταν ο ρυθμός ανεβαίνει.
Η σέλα βρίσκεται στα 825 χλστ. από το έδαφος, 16 χλστ. ψηλότερα από εκείνη της Hornet. Η διαφορά προέρχεται κυρίως από την παχύτερη επένδυση, η οποία εξυπηρετεί καλύτερα τον ταξιδιωτικό χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας. Η απόσταση από το έδαφος έχει αυξηθεί μόλις κατά 3 χλστ. καθώς τα μαρσπιέ παραμένουν σχετικά χαμηλά, εξασφαλίζοντας πιο ξεκούραστες γωνίες για τα γόνατα.
Ηλεκτρονικά ελεγχόμενες αναρτήσεις Showa EERA
Η σημαντικότερη διαφορά σε σχέση με τη CB1000 Hornet εντοπίζεται στις ημιενεργητικές αναρτήσεις Showa EERA. Το σύστημα συνεργάζεται με τη αδρανειακή μονάδα μετρήσεων IMU και έναν αισθητήρα διαδρομής στο πιρούνι, παρακολουθώντας συνεχώς την κίνηση της εμπρός ανάρτησης. Η κεντρική μονάδα μεταβάλλει ηλεκτρονικά την απόσβεση εμπρός και πίσω, αντιδρώντας μέσα σε μόλις 0,015 δευτερόλεπτα.
Ο αναβάτης μπορεί να επιλέξει από το τιμόνι τέσσερις προκαθορισμένες ρυθμίσεις. Η Standard προορίζεται για όλες τις συνθήκες, η Sport σκληραίνει τις αποσβέσεις, η Rain τις κάνει πιο ενδοτικές, ενώ η Tour προσαρμόζει τη λειτουργία για υψηλές ταχύτητες, ταξίδι και οδήγηση με συνεπιβάτη. Υπάρχει επίσης η User, μέσω της οποίας μπορούν να διαμορφωθούν ξεχωριστά οι επιθυμητές ρυθμίσεις απόσβεσης και προφόρτισης.

Η προφόρτιση του πίσω αμορτισέρ ρυθμίζεται ακόμη και εν κινήσει σε 24 επίπεδα, επιτρέποντας την άμεση προσαρμογή στο πρόσθετο φορτίο, στις συνθήκες του δρόμου ή στις προσωπικές προτιμήσεις του αναβάτη.
Στην πράξη, το σύστημα είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό, αν και στον γρήγορο ρυθμό μπορεί αρχικά να μεταφέρει μια ελαφρώς αποστασιοποιημένη αίσθηση, χαρακτηριστική πολλών ηλεκτρονικά ελεγχόμενων αναρτήσεων. Το σημαντικότερο πλεονέκτημά του είναι η συνεργασία με την IMU, χάρη στην οποία περιορίζει το «κάθισμα» του πίσω μέρους κατά την επιτάχυνση, τη βύθιση του πιρουνιού και την έκταση της πίσω ανάρτησης στο φρενάρισμα.
Έτσι, η CB1000GT μπορεί να επιβραδύνει πολύ δυνατά χωρίς υπερβολική μεταφορά βάρους προς τα εμπρός. Ιδιαίτερα αισθητός είναι ο έλεγχος της επαναφοράς του πιρουνιού όταν ο αναβάτης αφήνει τα φρένα, αποφεύγοντας τις απότομες ταλαντώσεις που μπορούν να διαταράξουν την ισορροπία μιας sport-touring μοτοσυκλέτας στην είσοδο της στροφής.
Ακόμη και στη Standard ρύθμιση, η ανάρτηση μπορεί να δείξει σχετικά σφιχτή πάνω σε έναν κακοτράχαλο επαρχιακό δρόμο. Επειδή προσαρμόζει διαρκώς τη λειτουργία της σύμφωνα με τα δεδομένα της IMU, δημιουργεί κάποιες φορές μια ασάφεια, η οποία μειώνει αρχικά την άμεση πληροφόρηση που προσφέρει ένα συμβατικό σύστημα.

Χρειάζεται, επομένως, λίγος χρόνος προσαρμογής. Όσο περνούν τα χιλιόμετρα, όμως, ο αναβάτης παύει να ασχολείται με τον τρόπο λειτουργίας της και εκμεταλλεύεται την πρόσφυση, τον έλεγχο και την αυτοπεποίθηση που προσφέρει. Το σημαντικό είναι ότι στην CB1000GT η ηλεκτρονικά ελεγχόμενη ανάρτηση ανήκει στον βασικό εξοπλισμό και δεν απαιτεί επιπλέον οικονομική επιβάρυνση.
Ισχυρά και εύχρηστα φρένα
Το σύστημα πέδησης χρησιμοποιεί, όπως και στη Hornet, ακτινικά τοποθετημένες τετραπίστονες δαγκάνες Nissin και δύο δίσκους 310 χλστ. εμπρός. Η παρουσία της IMU επιτρέπει τη λειτουργία Cornering ABS, το οποίο λαμβάνει υπόψη την κλίση της μοτοσυκλέτας.
Τα φρένα είναι δυνατά με σωστή προοδευτικότητα. Μπορούν να προσφέρουν έντονη επιβράδυνση στον γρήγορο ρυθμό, αλλά και απόλυτο έλεγχο στις χαμηλές ταχύτητες ή ανάμεσα στα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα. Σε αυτές τις συνθήκες ξεχωρίζει και το πίσω φρένο, το οποίο διαθέτει καλή αίσθηση και επιτρέπει ακριβείς διορθώσεις.
Άνεση και κατανάλωση
Η CB1000GT είναι μια ψηλόσωμη -για τα δεδομένα μιας roadster- αλλά ταυτόχρονα μαζεμένη και εύκολα διαχειρίσιμη μοτοσυκλέτα. Δείχνει ελαφριά στις καθημερινές μετακινήσεις και εμπνέει σιγουριά σχεδόν σε κάθε περίσταση. Μόνο σε επιτόπιους ελιγμούς, πάνω σε δρόμο με έντονη κλίση, το ύψος της μπορεί να προβληματίσει έναν αναβάτη που δεν πατά με άνεση στο έδαφος. Το φαίρινγκ της CB1000GT δείχνει σχετικά μικρό, όμως ο προσεκτικός σχεδιασμός και η έξυπνη διαχείριση της ροής του αέρα το καθιστούν απροσδόκητα αποτελεσματικό. Η Honda αξιοποίησε μελέτες σε ψηφιακή αεροσήραγγα για να διαμορφώσει το φαίρινγκ και τη ζελατίνα, ώστε να εκτρέπουν τον αέρα ακόμη και όταν η μοτοσυκλέτα επιταχύνει, φρενάρει ή αλλάζει κλίση.

Η ζελατίνα ρυθμίζεται χειροκίνητα, με το ένα χέρι, σε πέντε θέσεις και σε συνολικό εύρος 81 χλστ. Στον προαιρετικό εξοπλισμό διατίθεται η ψηλότερη ζελατίνα που βλέπετε στις φωτογραφίες αλλά και οι άνω και κάτω ανεμοθραύστες. Συνολικά η προστασία που παρέχουν είναι επαρκής για αναβάτη του ύψους μου (1,75).
Ξεκούραστη εργονομία
Το ύψος της σέλας βρίσκεται στα 825 χλστ. και δεν είναι υπερβολικό για τα δεδομένα της κατηγορίας. Η μοτοσυκλέτα της δοκιμής διέθετε τις προαιρετικές comfort σέλες αναβάτη και συνεπιβάτη, με την πρώτη να παραμένει άνετη ακόμη και έπειτα από περισσότερες από τρεις ώρες συνεχούς οδήγησης. Η θέση του τιμονιού και των μαρσπιέδων έχει αλλάξει σε σχέση με τη Hornet, δημιουργώντας πιο όρθια και ξεκούραστη στάση. Τα μαρσπιέ δεν βρίσκονται υπερβολικά χαμηλά και δεν περιορίζουν την απόσταση από το έδαφος στις στροφές. Η άνεση για τα γόνατα προκύπτει κυρίως από την ψηλότερη σέλα και τον περισσότερο διαθέσιμο χώρο για τα πόδια.

Οι ενισχυμένες χούφτες της μοτοσυκλέτας δοκιμής, που ανήκουν στον έξτρα εξοπλισμό, προσφέρουν πλήρη προστασία από τον αέρα και τη βροχή. Τα θερμαινόμενα γκριπ και το cruise control περιλαμβάνονται στον βασικό εξοπλισμό, λειτουργούν εύκολα και αποδεικνύονται ιδιαίτερα χρήσιμα στο ταξίδι.
Αυτονομία που αγγίζει τα 400 χιλιόμετρα
Στον αυτοκινητόδρομο, η μέση κατανάλωση μπορεί να περιοριστεί περίπου στα 5,5 λίτρα ανά 100 χλμ. ανάλογα πάντοτε με τον ρυθμό. Σε γρήγορη οδήγηση σε δρόμο με στροφές ανεβαίνει πάνω από τα 7 λίτρα ανά 100 χλμ. Η συνολική μέση κατανάλωση της δοκιμής διαμορφώθηκε περίπου στα 6,5 λίτρα ανά 100 χλμ. Σε συνδυασμό με το ρεζερβουάρ των 21 λίτρων, εξασφαλίζει θεωρητική αυτονομία κοντά στα 323 χιλιόμετρα. Πρόκειται για επίδοση που ταιριάζει απόλυτα στον sport-touring προσανατολισμό της CB1000GT.

Εξοπλισμός
Η CB1000GT διαθέτει έγχρωμη οθόνη TFT 5 ιντσών, η οποία προσφέρει τις συνηθισμένες δυνατότητες συνδεσιμότητας με smartphone μέσω της εφαρμογής Honda RoadSync. Ο αναβάτης μπορεί να διαχειρίζεται τηλεφωνικές κλήσεις, μουσική και πλοήγηση χρησιμοποιώντας τον διακόπτη τεσσάρων κατευθύνσεων στην αριστερή πλευρά του τιμονιού.

Το σύστημα εκκίνησης χωρίς κλειδί επιτρέπει στον αναβάτη να διατηρεί το τηλεχειριστήριο στην τσέπη του, τουλάχιστον μέχρι να χρειαστεί να ανεφοδιαστεί με καύσιμο, να ανοίξει τις πλαϊνές βαλίτσες ή να αποκτήσει πρόσβαση στον χώρο κάτω από τη σέλα. Για αυτές τις λειτουργίες απαιτείται το συμβατικό κλειδί, το οποίο βρίσκεται ενσωματωμένο στο τηλεχειριστήριο. Η συγκεκριμένη εφαρμογή του keyless συστήματος δεν είναι η πρακτικότερη, καθώς ο αναβάτης εξακολουθεί να χρειάζεται να αναζητήσει το τηλεχειριστήριο στην τσέπη του.
Πλήρες πακέτο ηλεκτρονικών
Στον υπόλοιπο εξοπλισμό, η εικόνα είναι σαφώς πιο θετική. Η αδρανειακή μονάδα μετρήσεων IMU επιτρέπει τη λειτουργία Cornering ABS και ελέγχου πρόσφυσης με ευαισθησία στην κλίση. Η επιλογή των προγραμμάτων οδήγησης και των ρυθμίσεων της ηλεκτρονικά ελεγχόμενης ανάρτησης πραγματοποιείται εύκολα μέσα από την οθόνη.

Το cruise control είναι απλό στη χρήση. Η Honda όμως πρέπει να βελτιώσει τα χειριστήρια στην αριστερή πλευρά του τιμονιού που διαθέτουν ασαφή διάταξη και απαιτούν χρόνο εξοικείωσης. Απλά δεν μπορείς να κορνάρεις! Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης πλήρη φωτισμό LED, θύρα φόρτισης USB-C και κεντρικό σταντ. Στην μοτοσυκλέτα της δοκιμής είχαν τοποθετηθεί προβολείς, αντιολισθητικά αυτοκόλλητα στο ρεζερβουάρ και σιρίτια στις ζάντες, προστατευτικά «μανιτάρια» και καρίνα κάτω από το μοτέρ.
Πλαϊνές βαλίτσες στον βασικό εξοπλισμό
Η CB1000GT συνοδεύεται από αποσπώμενες πλαϊνές βαλίτσες και εσωτερικούς σάκους μεταφοράς. Η αριστερή έχει χωρητικότητα 37 λίτρων και η δεξιά 28 λίτρων, προσφέροντας συνολικά 65 λίτρα αποθηκευτικού χώρου. Για ακόμη μεγαλύτερες μεταφορικές δυνατότητες διατίθεται προαιρετικό top box 50 λίτρων, μαζί με την απαραίτητη πίσω σχάρα και τα εξαρτήματα τοποθέτησης.
Η Honda έχει οργανώσει τα πρόσθετα αξεσουάρ σε τρία έτοιμα πακέτα. Το Comfort Pack περιλαμβάνει ψηλότερη ζελατίνα, comfort σέλες για αναβάτη και συνεπιβάτη, άνω και κάτω ανεμοθραύστες, καθώς και προβολείς ομίχλης.

Το Sports Pack προσθέτει καρίνα, προστατευτικά κινητήρα και διακοσμητικά αυτοκόλλητα για το ρεζερβουάρ και τις ζάντες. Τέλος, το Urban Pack περιλαμβάνει το top box, την πίσω σχάρα και όλα τα απαραίτητα εξαρτήματα στήριξης. Τα αξεσουάρ μπορούν επίσης να επιλεγούν μεμονωμένα από τον πλήρη κατάλογο της Honda.
Συμπέρασμα
Ακόμη και αν αφήσουμε προσωρινά την τιμή στην άκρη, η Honda CB1000GT είναι μια εξαιρετική μοτοσυκλέτα. Είναι απολαυστική στην οδήγηση, άνετη, πρακτική και πλούσια εξοπλισμένη, έχοντας την ικανότητα να μετατρέπει κάθε διαδρομή σε εμπειρία, στον βαθμό που το επιθυμεί ο αναβάτης της.

Από κοντά δείχνει αισθητά καλύτερη απ’ ό,τι στις φωτογραφίες. Παραμένει, ωστόσο, διακριτική και ίσως λίγο απρόσωπη, όπως αρκετές πραγματικά καλές Honda. Δεν είναι απαραίτητα η μοτοσυκλέτα που θα συγκεντρώσει όλα τα βλέμματα σε μια συνάντηση μοτοσυκλετιστών, αλλά η οδηγική απόλαυση που προσφέρει έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία. Όταν στην εξίσωση προστεθεί η τιμή σε συνδυασμό με τον εξοπλισμό, η CB1000GT αποκτά σαφές πλεονέκτημα. Το μόνο ερώτημα είναι αν η Honda αναγκάστηκε να κάνει παραχωρήσεις στην ποιότητα ορισμένων υλικών, ώστε να συγκρατήσει τόσο χαμηλά την τιμή. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η CB1000GT είναι μία από τις πληρέστερες προτάσεις της κατηγορίας. Γρήγορη, άνετη, ευέλικτη, ταξιδιάρα και ικανή να ανταποκριθεί σχεδόν σε κάθε χρήση που δεν περιλαμβάνει απαιτητική οδήγηση εκτός δρόμου.
Και το σημαντικότερο είναι ότι προσφέρει όλα τα παραπάνω σε μια τιμή που την καθιστά προσιτή σε πολύ περισσότερους αναβάτες. Με απλά λόγια, η Honda δεν δημιούργησε απλώς μια πολύ καλή sport-touring μοτοσυκλέτα. Δημιούργησε ένα από τα πιο ολοκληρωμένα value-for-money πακέτα της αγοράς.
| HONDA CB1000GT | ΣΑΡΑΚΑΚΗΣ Α.Ε.Β.Ε. |
| ΤΙΜΗ (€): | 15.990 |
| ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ | ΤΕΤΡΑΚΥΛΙΝΔΡΟΣ ΣΕ ΣΕΙΡΑ,ΥΓΡΟΨΥΚΤΟΣ, 4B/K, 2ΕΕΚ |
| ΚΥΒΙΣΜΟΣ (cc) | 1.000 |
| ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ x ΔΙΑΔΡΟΜΗ (mm) | 76 x 55,1 |
| ΣΥΜΠΙΕΣΗ | 11,7 |
| ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΞΑΓΩΓΗΣ | 4 ΣΕ 1 |
| ΕΚΚΙΝΗΣΗ | ΜΙΖΑ |
| ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ | |
| ΙΣΧΥΣ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΥ (hp/rpm) | 150/11.000 |
| ΡΟΠΗ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΥ (Nm/rpm) | 102/8.750 |
| ΒΑΡΟΣ (kg) | 229 (πλήρες υγρών) |
| ΥΨΟΣ ΣΕΛΑΣ (mm) | 825 |
| ΜΗΚΟΣ (mm) | 2.135 |
| ΠΛΑΤΟΣ (mm) | 930 |
| ΜΕΤΑΞΟΝΙΟ (mm) | 1.465 |
| ΙΧΝΟΣ (mm) | 106,3 |
| ΚΑΣΤΕΡ (o) | 25 |
| ΕΛΑΣΤΙΚΑ | |
| ΜΠΡΟΣΤΑ | BRIDGESTONE BATTLAX T32 120/70-17 |
| ΠΙΣΩ | BRIDGESTONE BATTLAX T32 180/55-17 |
| ΠΛΑΙΣΙΟ | ΑΤΣΑΛΙΝΟ ΔΙΠΛΗΣ ΔΟΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΙ |
| ΨΑΛΙΔΙ | ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ |
| ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΕΜΠΡΟΣ | ΗΜΙΕΝΕΡΓΗΤΙΚΆ ΑΝΕΣΤΡΑΜΜΕΝΟ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΟ ΠΙΡΟΥΝΙ SHOWA EERA |
| ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΙΣΩ | ΗΜΙΕΝΕΡΓΗΤΙΚΑ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΟ ΑΜΟΡΤΙΣΕΡ SHOWA EERA ΜΕ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΟΧΛΙΣΜΟΥ |
| ΦΡΕΝΟ ΕΜΠΡΟΣ | 2 ΔΙΣΚΟΦΡΕΝA 310 mm, ΔΑΓΚΑΝΑ 4 ΕΜΒΟΛΩΝ NISSIN, CORNERING ΑBS |
| ΦΡΕΝΟ ΠΙΣΩ | ΔΙΣΚΟΦΡΕΝΟ 240 mm, ΔΑΓΚΑΝΑ 1 ΕΜΒΟΛOY NISSIN,CORNERING ΑBS |
| ΡΕΖΕΡΒΟΥΑΡ | 21 ΛΙΤΡΑ |
| ΜΕΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ (lt/100 km/h) | 6,5 ΛΙΤΡΑ |
Πηγή: 2wo.gr
