Media

«Fjord»: Όταν η αμφισημία γίνεται δικαιολογία για να «χρυσώσει» χάπι και «Χρυσό Φοίνικα»

Οι εποχές που ο Χρυσός Φοίνικας συνδεόταν με το ριζοσπαστικό βλέμμα ενός οτέρ μοιάζουν μακρινές. Εν αντίθεση ο χρυσός φοίνικας τα τελευταία χρόνια καταλήγει αποκλειστικά σε συγκεκριμένα στούντιο με προσδιορισμένη οπτική ταυτότητα, δίνοντας ναι μεν στις βραβευμένες ταινίες με την εξαγορά τους από μεγαλύτερα στούντιο μια ουσιαστική ευκαιρία να συναντηθούν με το κοινό, από την άλλη όμως καταδικάζει το ουσιαστικό ζητούμενο ενός φορέα σαν το φεστιβάλ των Καννων: Πως η φωνή δημιουργών μικρής αγοράς ή εμβέλειας μπορεί να γιγαντωθεί (κείμενο: Αλέξανδρος Ρομανός Λιζάρδος).

Το «Fjord» του Κριστιάν Μουντζίου, που χάρισε στον Ρουμάνο σκηνοθέτη τον δεύτερο Χρυσό Φοίνικα της καριέρας του, δεν είναι απλώς μία από τις λιγότερο εμπνευσμένες πρόσφατες επιλογές του Φεστιβάλ Καννών αλλά μια υπερτιμημένη ταινία με πολιτικοκοινωνική στράτευση, που άθελα της ενισχύει μια ιδεολογική προβληματική σχετικά με τις χώρες/κράτη δικαίου, που μεταφράζει μελοδραματικά τα συγκρουσιακά προβλήματα πολιτισμών καταλήγοντας σε συνταγογραφούμενο καταγγελτικό οπτικοποιημένο άρθρο χριστιανοδημοκρατικής φυλλάδας.

«Fjord»: Όταν η αμφισημία γίνεται δικαιολογία για να «χρυσώσει» χάπι και φοίνικα

Ο Μουντζίου, που αναγνωρίζουμε την κινηματογραφική του συνέπεια, στην περισσότερο αγγλόφωνη ταινία του (αυτή εδώ), αντλεί την πρώτη ύλη του από την πολύκροτη υπόθεση της οικογένειας Μποντνάριου, φιλοδοξώντας ίσως να κάνει τη μετάβαση στον διεθνή κινηματογράφο χωρίς σύνορα.

Ας πιάσουμε την ιστορία από την αρχή: Το 2015 οι νορβηγικές υπηρεσίες προστασίας ανηλίκων απομάκρυναν από το σπίτι τους τα πέντε παιδιά ενός Ρουμάνου πατέρα και μιας Νορβηγίδας μητέρας, όταν προέκυψαν καταγγελίες για σωματική τιμωρία από την εκπαιδευτική υπεύθυνο του τμήματος του σχολείου τους. Η υπόθεση προκάλεσε διεθνείς διαμαρτυρίες, ιδίως σε συντηρητικούς και ευαγγελικούς κύκλους (η οικογένεια είναι βαθιά θρησκευόμενη με τον πατέρα να κυρήττει και να προσηλυτίζει πιστούς), και εξελίχθηκε σε σύμβολο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα γονικά δικαιώματα και στην εξουσία του κράτους.

«Fjord»: Όταν η αμφισημία γίνεται δικαιολογία για να «χρυσώσει» χάπι και φοίνικα

Στην ταινία, ο Μιχάι και η Λίσμπετ Γκεοργκίου, τους οποίους υποδύονται ο Σεμπάστιαν Σταν και η Ρενάτε Ράινσβε, εγκαθίστανται με τα πέντε παιδιά τους σε μια απομονωμένη περιοχή της Νορβηγίας. Είναι μια αυστηρά θρησκευόμενη οικογένεια, με πειθαρχία, καθημερινή προσευχή, τιμωρίες και επιβραβεύσεις που συνδέονται με την πίστη τους και μια γενικότερη επιφυλακτικότητα απέναντι σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης κοσμικής κουλτούρας. Όταν από ένα ατύχημα που -όπως μας ξεκαθαρίζουν δεν ήταν ξυλοδαρμός- εμφανίζονται μώλωπες σε ένα από τα παιδιά και ανακύπτει η πιθανότητα να έχει υποστεί το ένα παιδί σωματική τιμωρία, ενεργοποιούνται οι υπηρεσίες προστασίας ανηλίκων που σε κάθε προσπάθεια λογικής εξήγησης των διαφορετικών κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων… computer says no! Κάπως έτσι μια συγκεκριμένη διερεύνηση πιθανής κακοποίησης μετατρέπεται σταδιακά σε γενικευμένο πολιτισμικό πόλεμο που τα μελοδραματικά κλισέ -με ρουμάνικη κομψότητα- δεν λείπουν. Η σωματική βία υποχωρεί στο περιθώριο και τη θέση της καταλαμβάνει η αντιπαράθεση ανάμεσα στην «παραδοσιακή» ρουμανική οικογένεια και στην «υπερβολικά προοδευτική» (ο θεός να την κάνει) Νορβηγία. Το ερώτημα που ανακύπτει δεν είναι πλέον εάν τα παιδιά κινδυνεύουν αλλά εάν μια φιλελεύθερη κοινωνία έχει το δικαίωμα να επιβάλει τις αξίες της σε ανθρώπους που δεν τις συμμερίζονται… αλλά και το αντίθετο: πως δηλαδή έχουμε περάσει στην αντιπέρα όχθη σε σχέση με το τί είναι επιτρεπτό και τι όχι στον πυρήνα μιας οικογένειας.

Αυτά τα δύο διαφορετικά ζητήματα, τα οποία το «Fjord» συγχωνεύει τόσο επίμονα μέχρι το τέλος, φαίνεται να αποδεικνύει το ένα, το άλλο. Η πιθανή πολιτισμική αλαζονεία μιας κοινωνίας δεν ακυρώνει την υποχρέωσή της να ερευνά ενδείξεις ενδοοικογενειακής βίας και η προβληματική λειτουργία ενός κρατικού μηχανισμού δεν μετατρέπει αυτομάτως κάθε γονική πρακτική σε προστατευόμενη πολιτισμική ιδιαιτερότητα.

Ο ίδιος ο Μουντζίου υποστηρίζει ότι δεν παίρνει θέση και ότι ενδιαφέρεται για τη σύγκρουση ανάμεσα στις προοδευτικές και τις παραδοσιακές αντιλήψεις. Έχει μιλήσει ακόμη και για τον κίνδυνο ενός «αριστερού φονταμενταλισμού» (σ.σ. Προσωπικά μας αναφέρθηκε σε αυτό στο πλαίσιο προσωπικής συζήτησης στο φεστιβάλ της Βαρσοβίας). Η ουδετερότητα (και οι ισορροπίες) όμως μιας ταινίας δεν κρίνεται/κρίνονται από τις προθέσεις που δηλώνει ο δημιουργός της αλλά από το πού «στρέφει την κάμερα» ο δημιουργός, σε ποιους δηλαδή χαρίζει χρόνο και ανθρώπινο βάθος και ποιους αφήνει απρόσωπους, μονόπλευρους και «ζωγραφισμένους σε χαρτί με κάρβουνο και μολύβι».

Το «Fjord» εξανθρωπίζει πλήρως (και αυτό είναι θετικό και αρνητικό) την οικογένεια. Βλέπουμε την καθημερινότητά της, την τρυφερότητα, τον φόβο, την ταπείνωση και τη συντριβή των γονιών. Αντίθετα, οι κοινωνικοί λειτουργοί εμφανίζονται κυρίως μέσα σε γραφεία, ανακρίσεις και δικαστικές αίθουσες, πάντα στεγνοί, πάντα συμβιβασμένοι με τους κανόνες και κυρίως πάντα ανάλγητοι στην πιθανότητα ή προς διερεύνηση υπόθεση να είναι μια απόκλιση του κανόνα. Δεν αποκτούν ιδιωτική ζωή, αμφιβολίες και δεν επηρεάζονται από το ηθικό βάρος μιας απόφασης που μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Η οικογένεια είναι άνθρωποι· η απέναντι πλευρά είναι μηχανισμός, και στο ανάμεσα, ο απλός θεατής επιλέγει αυτό που κάνει «τικ» στα περισσότερα αρχέτυπα ή τις γνώριμες πεποιθήσεις περί καλού και κακού.

Αυτή η άνιση κατανομή της ανθρωπιάς είναι -δυστυχώς- και η πραγματική ιδεολογία της ταινίας. Ακόμη και η οπτική της σύνθεση υπηρετεί αυτή την κατεύθυνση: Το οικογενειακό σπίτι διαθέτει ζεστασιά, φυσικό φως και την «ακαταστασία» της καθημερινής ζωής, ενώ οι χώροι των θεσμών είναι ψυχροί, συμμετρικοί και αποστειρωμένοι. Η φωτογραφία της (του Τούντορ Βλαντιμίρ Παντούρου) αποτυπώνει με επιμέλεια τα νορβηγικά τοπία, αλλά η διαρκής αντιπαράθεση ανάμεσα στη «ζεστή οικογένεια» και στο «παγωμένο κράτος» γίνεται γρήγορα υπερβολικά εμφανής. Η αισθητική δεν παρατηρεί απλώς τη σύγκρουση· έχει εκδώσει την ετυμηγορία της προτού ακόμη αρχίσει η δίκη.

«Fjord»: Όταν η αμφισημία γίνεται δικαιολογία για να «χρυσώσει» χάπι και φοίνικα

Οι συνθέσεις του κάδρου υπογραμμίζουν στο κοινό τους φόβους της οικογένειας, όχι όμως τον φόβο ενός κοινωνικού λειτουργού ότι η αδράνεια ενδέχεται να αφήσει ένα παιδί εκτεθειμένο σε μεγαλύτερη βία. Αυτό δεν είναι αμφισημία αλλά επιλεκτικός έλεγχος της πληροφορίας.

Η Ρενάτε Ράινσβε παθαίνει «Backrooms» (σ.σ. πόσο δήθεν και άμετρη ερμηνεία ήταν εκείνη!) και φοβάμαι ότι αν συνεχίσει έτσι, το ξέχειλο ταλέντο της θα γίνει παντιέρα που ίσως χρειάζονται στο Αμέρικα αλλά μας περισσεύει στας Ευρώπας. Παραδομένη αθώα και δακτυλοδεικτούμενα ένοχη γίνεται η Μάρθα Βούρτση των σκανδιναβών που ενώ ενστερνίζεται το μελό, το καταπιέζει παράλληλα. Που είναι ο Ντάγκλας Σερκ κυρά μου στο όραμα σου; Ή παίζεις με τους κανόνες και κάνεις συνταγή, ή χτίζεις ρόλο· κάθε τι ενδιάμεσο είναι μεσοβέζικο. Και στη  τελική δεν είναι ντροπή οι γονείς που αγαπούν και ταυτόχρονα πληγώνουν τα παιδιά που προστατεύουν να γνωρίζουν ότι κάτι τις τα τραυματίζει. Και αυτό μια αλήθεια είναι· μην την αφήνεται στα σκοτάδια της ερμηνείας. 

Με τους χαρακτήρες συχνά να λειτουργούν ως εκπρόσωποι ιδεολογικών στρατοπέδων, ο μόνος που διασώζεται είναι ο Σεμπάστιαν Σταν που προσφέρει στιγμές εσωτερικότητας, ακόμα και όταν το σενάριο τον χρησιμοποιεί για να ενισχύσει τη θέση των θυμάτων. 

«Fjord»: Όταν η αμφισημία γίνεται δικαιολογία για να «χρυσώσει» χάπι και φοίνικα

Τέλος, οι Νορβηγοί χαρακτήρες προσεγγίζουν συχνά την καρικατούρα του αυτάρεσκου προοδευτικού, ενώ η γραφειοκρατία αντιμετωπίζεται περίπου ως φυσική προέκταση της πολιτικής συμπερίληψης. Κάπως έτσι το «Fjord» συνδέει την καφκική κρατική εξουσία με την πρόοδο γύρω από την ταυτότητα και αντιπαραθέτει σε αυτή μια παραδοσιακή οικογένεια η οποία, παρά τις ατέλειές της, περιβάλλεται από αγάπη, πίστη και αυθεντική χαρά. Μέσα από αυτή την κατασκευή, η Νορβηγία παρουσιάζεται σχεδόν ως η κορυφή μιας φαντασιακής ευρωπαϊκής «woke» εξουσίας. Η επιλογή, θα μου επιτρέψετε, δεν είναι μόνο σχηματική αλλά και πολιτικά παρωχημένη. Στις μέρες μας που η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά αξιοποιεί συστηματικά τον φόβο απέναντι στα δικαιώματα, στις μειονότητες και στους δημόσιους θεσμούς, το «Fjord» επαναφέρει αυτούσια τη ρητορική ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από τους υπερβολικά ευαίσθητους προοδευτικούς… κάθε αυτό όταν δεν είναι επικίνδυνο (που στην περίπτωση μας δεν είναι) κινδυνεύει να γίνει καταγγελτικά γραφικό.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Μουντζίου ασκεί κριτική στο νορβηγικό σύστημα, (το οποίο δείχνει να γνωρίζει μέσα από τα δελτία της Ρουμανικής τηλεόρασης). Και να μην παρεξηγηθώ: Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εξετάζονται οι εξουσίες των υπηρεσιών προστασίας ανηλίκων. Το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει εντοπίσει επανειλημμένα παραβιάσεις του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή σε άλλες νορβηγικές υποθέσεις. Το πρόβλημα είναι ότι η ταινία χρησιμοποιεί μια πραγματική και περίπλοκη θεσμική συζήτηση για να κατασκευάσει ένα απλοϊκό δίλημμα ανάμεσα στην ανθρώπινη οικογένεια και στο απάνθρωπο προοδευτικό κράτος.

«Fjord»: Όταν η αμφισημία γίνεται δικαιολογία για να «χρυσώσει» χάπι και φοίνικα
Κριστιάν Μουντζίου

Από όσα διαβάσαμε γύρω από την πραγματική ιστορία που ενέπνευσε αυτό το σενάριο, ούτε η πραγματική υπόθεση μεταφέρεται αυτούσια. Ο σκηνοθέτης διευκρινίζει ότι έκανε έρευνα και συνομίλησε με γονείς, νομικούς, δικαστές και κοινωνικούς λειτουργούς, αλλά πρόσθεσε φανταστικές καταστάσεις και χαρακτήρες για να φωτίσει την ιδεολογική σύγκρουση που τον ενδιέφερε. Αυτή η ελευθερία είναι απολύτως θεμιτή στη μυθοπλασία, δεν την απαλλάσσει όμως, από την ευθύνη για το νόημα που παράγουν οι προσθήκες, οι παραλείψεις και η επιλεκτική δραματοποίηση.

Με διάρκεια 146 λεπτών (που τα αισθάνεσαι να περνούν σε πολλαπλάσια του γραμμικού χρόνου), το «Fjord» επαναλαμβάνει τα επιχειρήματά του χωρίς να τα εμβαθύνει. Οι μεγάλες σε διάρκεια λήψεις, η παρατηρητική απόσταση της κάμερας και το «τοπίο που του λείπει η ζεστασιά» δημιουργούν την εντύπωση μιας αντικειμενικής καταγραφής στα σύνορα του κινηματογράφου του Κεν Λόουτς, κάτω όμως από αυτή την επιφάνεια, βρίσκεται ένα έργο εξαιρετικά υπολογισμένο/ζυγισμένο ως προς το ποιον καλεί να συμπονέσουμε. Ακόμη και τα τυπικά αξιόλογα στοιχεία της κατασκευής του καταλήγουν να μοιάζουν μηχανικά: η φωτογραφία κάνει τη δουλειά της, οι ηθοποιοί υπηρετούν τις θέσεις της ιστορίας και το μοντάζ κατευθύνει με ακρίβεια το συναίσθημα, αλλά τίποτε δεν αποκτά την αληθινή πολυπλοκότητα ενός έργου του Κεν Λόουτς για τη βία της γραφειοκρατίας ή του Μίχαελ Χάνεκε για όσα κρύβονται πίσω από την κλειστή πόρτα μιας οικογένειας.

Το «Fjord» όντως θέλει να μας προειδοποιήσει για τον φανατισμό και των δύο άκρων, στην πράξη, όμως, προσφέρει κύρος και κινηματογραφική σοβαρότητα σε ένα ήδη γνώριμο αντιδραστικό επιχείρημα: Ότι οι πολιτικές προστασίας, ισότητας και συμπερίληψης αποτελούν μια νέα μορφή ολοκληρωτισμού. Γι’ αυτό δεν είναι απλώς μια μέτρια ή απογοητευτική ταινία από έναν σκηνοθέτη που στο παρελθόν γνώριζε να μετατρέπει την ηθική αβεβαιότητα σε σπουδαίο σινεμά, αλλά προσωπικά μια εξοργιστική και ενδεχομένως επικίνδυνη ταινία, επειδή εμφανίζει την προκατάληψή της ως ισορροπία και την ιδεολογική της χειραγώγηση ως ελεύθερη σκέψη.

Παρ όλα αυτά δείτε το, γιατί το πραγματικό πεδίο ενδιαφέροντος του είναι να ξεκινήσει διάλογο… και το υλικό του είναι άφθονο για αυτή τη δουλειά.

«Fjord»: Όταν η αμφισημία γίνεται δικαιολογία για να «χρυσώσει» χάπι και φοίνικα

Πηγή: ertnews.gr

Related posts

Οι Donald Glover και Maya Erskine είναι οι νέοι Mr. and Mrs. Smith

TEO

Πάμελα Άντερσον: Το τρέιλερ του ντοκιμαντέρ για τη ζωή της κυκλοφόρησε

TEO

Ακυρώνεται αιφνιδιαστικά μια από τις πιο δυνατές crime σειρές του Taylor Sheridan

TEO

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα

Πολιτική Απορρήτου & Cookies