Πώς μπορεί να βελτιωθεί η ήδη εξαιρετική 296 GTB; Αυτή είναι η πρόκληση που αντιμετωπίζει η 296 Speciale, διάδοχος της 488 Pista και πιο πρόσφατη προσθήκη στην ελίτ σειρά μοντέλων της Ferrari.
Ακόμη και μια γυμνασμένη 296 Speciale δεν μπορεί να ξεφύγει από ένα σύννεφο βροχής τόσο γκρίζο και τόσο φορτωμένο σαν αυτό που απλώνεται πάνω από τον ορίζοντα της Εμίλια-Ρομάνια. Eνα κομμάτι μου θα ήθελε πολύ να το προσπαθήσει, γιατί κανονικά θα έπρεπε να έχουμε επιστρέψει στο Φιοράνο -την πίστα δοκιμών της Ferrari- εδώ και περίπου μία ώρα (Car Magazine Team).
Παρ’ όλα αυτά γνωρίζω πολύ καλά ότι οι 880 PS σε αυτούς τους στενούς, στριφτερούς ορεινούς δρόμους, που είναι γυαλισμένοι από τα καλοκαίρια του καυτού ιταλικού ήλιου αλλά τώρα πλημμυρισμένοι από νερά, δεν σηκώνουν επιπολαιότητες. Καλύτερα ν’ αργήσεις παρά να καταλήξεις μέσα στους θάμνους.
Η υβριδική 296 Speciale είναι το πιο πρόσφατο μέλος μίας από τις πιο σεβαστές φατρίες του Μαρανέλο. Πρώτα υπήρξε η ωμή και λαμπρή 360 Challenge Stradale, στην οποία άκουγες τα χαλίκια να χτυπούν το γυμνό μεταλλικό πάτωμα και σχεδόν υπέφερες από τη βίαιη γροθιά στο στομάχι του διαβολικού μονού συμπλέκτη του ημιαυτόματου κιβωτίου.
Έπειτα ήρθε η ξυραφένια 430 Scuderia με έναν καινούριο ατμοσφαιρικό V8 και μια επαναστατική για την εποχή της τεχνολογία ηλεκτρονικού δυναμικού ελέγχου. Ακολούθησε η μαγική 458 Speciale, ένα αυτοκίνητο που ακόμη θεωρείται, από πολλούς, το κορυφαίο οδηγικό δημιούργημα όλων των εποχών. Και τέλος, το 2018, η υπερτροφοδοτούμενη 488 Pista, πιο ικανή και ταχύτερη αλλά όχι με την ίδια καθηλωτική προσωπικότητα.

Στα χαρτιά, η αύξηση ισχύος κατά 37 PS για τον 3λιτρο V6 των 120° της 296 δεν ακούγεται συγκλονιστική. Η αλήθεια είναι πως με τον μικρό V6 να αποδίδει ήδη 663 PS δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια, ειδικά από τη στιγμή που η Ferrari δεν ήθελε να αυξήσει το μέγεθος των turbo και να χαλάσει την απόκριση στο γκάζι. Παρ’ όλα αυτά οι μηχανικοί του Μαρανέλο αξιοποίησαν τη γνώση από άλλα αυτοκίνητα με κινητήρα της ίδιας οικογένειας: Τη νέα εξωτική F80, την πρωταθλήτρια 499P και φυσικά στις αγωνιστικές 296 GT3 και Challenge.
Ο V6 απέκτησε ανθεκτικότερα έμβολα και μπιέλες τιτανίου από την F80, οι οποίες είναι κατά 35% ελαφρύτερες από εκείνες της 296 GTB/GTS, καθώς και μία επανασχεδιασμένη κυλινδροκεφαλή που επιτρέπει αύξηση 7% στην πίεση του θαλάμου καύσης. Οι νέες τουρμπίνες είναι ελαφρύτερες κατά 1,2 kg και έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά υπερπλήρωσης.
Νέος είναι και ο ατσάλινος στρόφαλος, ενώ η πιο έξυπνη κατεργασία του μπλοκ μειώνει περαιτέρω το βάρος. Ετσι ο V6 είναι ισχυρότερος αλλά συνολικά 9 kg ελαφρύτερος. Συνδυάζεται με κιβώτιο διπλού συμπλέκτη 8 σχέσεων, το οποίο επωφελείται από μία νέα λειτουργία γεμίσματος ροπής μέσω του ηλεκτροκινητήρα, που η Ferrari ονομάζει Fast Shift.

Υπάρχουν νέες σφυρήλατες ζάντες που φιλοξενούν μια ειδική έκδοση K1 των Michelin Cup 2, τα οποία διατηρούν ένα ευρύ φάσμα χρηστικότητας σε όλες τις συνθήκες. Η Ferrari προσφέρει τη Speciale με ενεργή ανάρτηση MagneRide, με σύστημα ανύψωσης και λειτουργία Bumpy Road, ή παθητικά αμορτισέρ Multimatic. Σε κάθε περίπτωση η Speciale είναι 5 mm χαμηλότερη από την GTB, με μειωμένες κατά 13% κλίσεις του αμαξώματος, διατηρώντας -σύμφωνα με τη Ferrari- την άνεση κύλισης στον δρόμο, ειδικά με την ανάρτηση MagneRide.
Από εκεί και πέρα, σχεδίαση και αεροδυναμική απόδοση είναι αλληλένδετες. Η Ferrari κάνει λόγο για αύξηση 20% στην κάθετη δύναμη, χωρίς αύξηση της οπισθέλκουσας, κάτι που μεταφράζεται σε 435 kg κάθετης δύναμης στα 250 km/h. Περίπου το 70% της αεροδυναμικής βελτίωσης αφορά τον εμπρός άξονα, υπογραμμίζοντας την επιθυμία της Ferrari να κάνει το αυτοκίνητο εξαιρετικά άμεσο στην είσοδο της στροφής.
Στην αμεσότητα και την ευελιξία συμβάλλει και η μείωση βάρους. Η Speciale μπορεί να είναι έως και 60 kg ελαφρύτερη από μια GTB, εφόσον επιλέξεις ανθρακονημάτινους προφυλακτήρες και κάλυμμα κινητήρα, με το τίμημα ότι σε αυτή την περίπτωση χάνεται η θεατρικότητα του ορατού κινητήρα.

Η πρώτη γνωριμία με τη Speciale στο Μαρανέλο γίνεται στη σκιά της διάσημης αυλής, εκεί όπου κάποτε ο Michael Schumacher αγνάντευε από το δεύτερο σπίτι του. Πατάω το -απρόσωπο- απτικό κουμπί εκκίνησης στη βάση του τιμονιού και κυλώ αθόρυβα σε λειτουργία eDrive. Η ηλεκτρική αυτονομία είναι μικρή αλλά επαρκής για ήσυχες αποδράσεις σε ακατάλληλες ώρες.
Μπαίνοντας στη ροή της πρωινής κίνησης ο ήχος που κυριαρχεί προέρχεται από τις τεράστιες ποσότητες νερού που παφλάζουν στο κάτω μέρος της 296. Οπως και στους προκατόχους της, το πάτωμα είναι γυμνό μέταλλο με ορατές ραφές, μια ξεκάθαρη υπενθύμιση ότι η Ferrari δεν μιμείται αντιπάλους όπως η McLaren που προτιμά το ανθρακονημάτινο πλαίσιο.
Έχω ήδη γυρίσει το manettino στη λειτουργία Bumpy Road και συνειδητοποιώ πόσο εκλεπτυσμένη και αβίαστα άνετη είναι η Speciale. Μην έχετε καμία αμφιβολία ότι είναι ένα αυτοκίνητο που θα μπορούσες να πηγαίνεις καθημερινά στο γραφείο.

Αλλάζω στη λειτουργία Hybrid, που ενεργοποιεί τον θερμικό κινητήρα όταν χρειάζεται και λίγο αργότερα περνάω στην Performance, όπου οι δύο πηγές ισχύος συνεργάζονται για πιο δυναμική οδήγηση, φροντίζοντας παράλληλα ώστε η μπαταρία των 7,45 kWh να διατηρεί αποθηκευμένη αρκετή ενέργεια. Πάνω από τη λειτουργία Performance βρίσκεται μόνο η Qualify, η οποία χρησιμοποιεί τον ηλεκτροκινητήρα για να προσφέρει περισσότερη ώθηση στις εξόδους των αργών στροφών.
Το αυτοκίνητο είναι αρκετά έξυπνο ώστε να υπολογίζει πού και πόση ενίσχυση χρειάζεται για να βοηθήσει στην επίτευξη του ταχύτερου γύρου στην πίστα. Στο Φιοράνο η ηλεκτρική ενίσχυση μπαίνει στο παιχνίδι έως και 14 φορές ανά γύρο, αξιοποιώντας πλήρως τους 180 ηλεκτρικούς ίππους που ανεβάζουν τη συνολική ισχύ στους 880 PS και το κέρδος σε σχέση με την απλή 296 στους 50 PS.
Και ο ήχος; Χαμηλά, μέχρι τις 2.000 rpm, δεν έχει τις νότες που θα ενθουσιάσουν. Όμως μπαίνοντας στο φάσμα των μεσαίων στροφών η κραυγή του V6 γίνεται πιο σύνθετη (αποκτώντας μια χροιά με γνώριμα χαρακτηριστικά για όσους έχουν βρεθεί τα τελευταία χρόνια σε αγώνα WEC) πριν η απόχρωση λεπτύνει και αποκρυσταλλωθεί σε ένα φρενήρες ουρλιαχτό καθώς πλησιάζει ο κόφτης.
Δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει την αγνή ιαχή του κινητήρα της 458, αλλά αντισταθμίζει αυτή την έλλειψη με τους ήχους των δύο turbo. Πιέζοντας αποφασιστικά το γκάζι, τα σφυρίγματα, τα σκασίματα και τα υστερικά γουργουρητά προδίδουν την τρέλα που εκτυλίσσεται πίσω από την πλάτη σου.

Σίγουρα ταιριάζει απόλυτα με τις επιδόσεις της 296 Speciale. Είναι εξωφρενικά γρήγορη. Ακόμα και χαϊδεύοντας το γκάζι, ας πούμε με 4η σχέση κοντά στις 2.000 rpm, η Speciale τινάζεται μπροστά, εξαφανίζει ακαριαία την απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και σε αναγκάζει να σηκώσεις αμέσως το δεξί πόδι. Ανεβάζεις σχέση, δοκιμάζεις το ίδιο και το αποτέλεσμα είναι ελάχιστα διαφορετικό.
Ακόμη και με 6η σχέση στο κιβώτιο η ελαστικότητα είναι ασύλληπτη. Η παρόρμηση όμως είναι ανίκητη κι έτσι απενεργοποιώ το traction control, κατεβάζω 2η και βυθίζω τέρμα το γκάζι. Το πίσω μέρος της Speciale ξυπνά και αρχίζει να χορεύει επάνω στην κατσαρή άσφαλτο. Το ίδιο συμβαίνει στην 3η, ακόμη και στην 4η. Αφού προηγουμένως έδειξε ότι μπορεί να είναι φιλική και πειθήνια, τώρα δείχνει τα δόντια της.
Η βροχή δεν λέει να σταματήσει. Η συνηθισμένη διαδρομή που ακολουθούμε κάθε φορά που παραλαμβάνουμε μια Ferrari είναι καλυμμένη με χαμηλά απειλητικά σύννεφα και η βρεγμένη άσφαλτος, που για πολλά χρόνια δέχεται σκληρή κακομεταχείριση από πρωτότυπα υψηλών επιδόσεων κατευθείαν από τα εργοστάσια της ιταλικής Supercar Valley, δεν σηκώνει πειραματισμούς. Παίρνουμε λοιπόν μια γρήγορη απόφαση: Αυτοκινητόδρομος μέχρι να βρούμε κάποιους άλλους καλούς δρόμους, μακριά από αυτή τη μαυρίλα.

Σε αυτές τις αλλόκοτες συνθήκες που προσπαθείς να απολαύσεις τον υπέροχο κινητήρα χωρίς να κινδυνεύσεις υπάρχουν δύο εγγενή στοιχεία της 296 Speciale που είναι με το μέρος σου. Από τη μια είναι η εξαιρετικά ρυθμισμένη ηλεκτρονική επιτήρηση που σου επιτρέπει να οδηγήσεις πολύ κοντά στο όριο της πρόσφυσης χωρίς να νιώθεις ότι την ξεπερνάς άτσαλα και από την άλλη υπάρχει η υπέροχη ανάρτηση.
Το τιμόνι έχει την ίδια γρήγορη, άμεση αίσθηση που αποτελεί σήμα-κατατεθέν της Ferrari, αλλά τώρα με λίγο περισσότερο βάρος και καλύτερη επικοινωνία. Σου δίνει την αίσθηση ότι μπορείς να τοποθετήσεις το αυτοκίνητο ακριβώς εκεί που θέλεις, με μια μεταξένια ομοιογένεια. Σε κάθε κίνηση του τιμονιού η προθυμία του αυτοκινήτου να αλλάζει κατεύθυνση είναι εντυπωσιακή, με τη μύτη καρφωμένη στον δρόμο και το πίσω μέρος κινητικό αλλά ασφαλές, να τονίζει την ευελιξία.
Παραδόξως, όλα αυτά τα δυναμικά ακροβατικά δεν έχουν επηρεάσει αρνητικά την ποιότητα κύλισης. Είναι υποδειγματικά άνετη, με την ανάρτηση να μοιάζει ρυθμισμένη με κάποια μαγική συνταγή, κάτι που μόνο η Ferrari και η Porsche φαίνεται να καταφέρνουν με συνέπεια. Περνά ακόμη και πάνω σε υπερβολικά ταλαιπωρημένες επιφάνειες σχεδόν αέρινα. Βέβαια η αλήθεια είναι πως πίσω από το τιμόνι της Speciale αυτό που θες να βιώσεις δεν είναι η άνεση που προσφέρει, αλλά η οδηγική ένταση που κρύβει.

Ευτυχώς το Φιοράνο περιμένει και φτάνοντας εκεί διαπιστώνω ότι και τα τελευταία υγρά μπαλώματα έχουν εξαφανιστεί. Είναι κρίμα που το αυτοκίνητο που θα χρησιμοποιήσουμε στην πίστα είναι διαφορετικό. Μπορεί να έχει την ίδια απόχρωση Verde Nürburgring, αλλά φοράει τα παθητικά αμορτισέρ και ελαστικά Cup 2R, οπότε μια άμεση σύγκριση δεν είναι εφικτή.
Παρ’ όλα αυτά, η οδήγηση της 296 Speciale στην πίστα είναι αποκαλυπτική. Χρειάζεται απόλυτη συγκέντρωση για να προλάβεις την ταχύτητά της. Με το γκάζι στο πάτωμα πρέπει να είσαι σε εγρήγορση ακόμα και για να προλάβεις τις αλλαγές σχέσεων.
Φωτάκια ανάβουν στο τιμόνι, η περιφερειακή όραση πιάνει τους αριθμούς να ανεβαίνουν μανιασμένα στον ψηφιακό πίνακα οργάνων και αν αργήσεις έστω και λίγο να τραβήξεις το δεξί padddle, ο κόφτης σε χαιρετάει με τον εκνευριστικό του βήχα. Κρατώντας το γκάζι τέρμα στη σύντομη ευθεία του Φιοράνο η 296 φτάνει τα 260 km/h πριν το δυνατό φρενάρισμα για τη σφιχτή δεξιά στο τέλος. Τα κεραμικά φρένα ανταποκρίνονται απόλυτα.
Με μία κίνηση των καρπών η μούρη σημαδεύει πρόθυμα την κορυφή και αμέσως μετά νιώθεις σίγουρος να επιστρέψεις στο γκάζι. Χρησιμοποιώ τη λειτουργία Race, αφήνοντας τα ηλεκτρονικά να κάνουν τη δουλειά τους και να διαχειρίζονται την περίσσεια ισχύος καθώς αρχίζω να ξαναθυμάμαι την πίστα.

Στα εσάκια η ιδανική γραμμή απαιτεί ταυτόχρονο στρίψιμο και φρενάρισμα, κάτι πάντα δύσκολο. Το πίσω μέρος παραμένει απίθανα σταθερό επιτρέποντας το δυνατό φρενάρισμα μέχρι και το πρώτο apex, σαφές δείγμα της δουλειάς που έχει κάνει η Ferrari με τη ρύθμιση του συστήματος ελέγχου της ευστάθειας και του ABS Evo. Σε κάθε αλλαγή κατεύθυνσης νιώθω την τεράστια πρόσφυση και κάποια στιγμή συνειδητοποιώ ότι έχω αρχίσει να αναπνέω βαριά. Για αυτοκίνητο δρόμου η Speciale προσφέρει μια έντονη πνευματική και σωματική εμπειρία.
Επιστρέφοντας στα πιτς ένα τεράστιο χαμόγελο είναι κολλημένο στο πρόσωπό μου και νιώθω την ανάγκη να βρω μια ήσυχη γωνιά για να επεξεργαστώ όσα έζησα. Η Speciale με έχει ενθουσιάσει απίστευτα, όμως υπάρχει μια επίμονη σκέψη που δεν λέει να φύγει: Ένα κομμάτι μου νιώθει ότι οι επιδόσεις είναι σχεδόν υπερβολικά προσβάσιμες και το αυτοκίνητο υπέρ του δέοντος συνεργάσιμο και φιλικό. Είναι άραγε πραγματικά τόσο γρήγορη όσο σου δίνει η αίσθηση;
Το χρονόμετρο δείχνει ότι στο Φιοράνο είναι 2,5” ταχύτερη στον γύρο από μια GTB. Η Ferrari λέει ότι η Speciale είναι ένα αυτοκίνητο για ιδιοκτήτες 296 που θέλουν να πάνε σε κάτι ακόμη ταχύτερο και ικανότερο αλλά είναι συνηθισμένοι στο μεγάλο εύρος δυνατοτήτων της GTB/GTS και δεν θέλουν να χάσουν την πολιτισμένη πλευρά της.

Δεν πρόκειται λοιπόν για ένα καμουφλαρισμένο αγωνιστικό, ένα εργαλείο που απαιτεί υποχωρήσεις και μια ισορροπία απόλαυσης, πόνου που μόνο οι σκληροπυρηνικοί θα ανεχθούν. Υπάρχει χώρος και για ένα τέτοιο αυτοκίνητο, ελαφρύτερο, συνειδητά με λιγότερη ισχύ, πιο εστιασμένο. Όμως αυτό θα ήταν κάτι άλλο, ίσως θα μιλούσαμε για τη 296 Challenge Stradale. Μέχρι να υπάρξει όμως κάτι τέτοιο η Speciale είναι πραγματικά εξαιρετική. Ενα έργο τέχνης που απολαμβάνεις στην καθημερινότητα και σε μαγεύει στην πίστα.
KEY TECH
Η βελτίωση της αεροδυναμικής απόδοσης είναι αποτέλεσμα αρκετών επεμβάσεων στο αμάξωμα της 296. Οι εισαγωγές αέρα του προφυλακτήρα είναι μεγαλύτερες για βελτιωμένη ψύξη, ενώ οι ανασχεδιασμένες ποδιές κατευθύνουν τον αέρα κατά μήκος των πλευρών δημιουργώντας κάθετη δύναμη. Καίριας σημασίας είναι ο νέος αεραγωγός στο καπό -η Ferrari το αποκαλεί air damper-, ο οποίος επιτρέπει στον αέρα που εισέρχεται από ένα άνοιγμα στο πάτωμα να εκτρέπεται πάνω από το αμάξωμα, αυξάνοντας την κάθετη δύναμη στον εμπρός άξονα προς όφελος της σταθερότητας. Μικρές γρίλιες στα άκρα του καπό, εμπνευσμένες από την αγωνιστική GT3, απάγουν τον αέρα από τους εμπρός θόλους. Πίσω, ο διαχύτης είναι μεγαλύτερος, ενώ οι επίπεδες ακμές στα πίσω φτερά -δανεισμένες από την 296 Challenge- ομαλοποιούν τη ροή αέρα πίσω από το αυτοκίνητο. Τέλος, τα μικρά κοίλα πτερύγια στο πίσω μέρος, που είναι εμπνευσμένα από την FXX-K, συνεργάζονται με τη μικρή ενεργή πίσω αεροτομή τριών θέσεων.
TECH-FERRARI 296 Speciale
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ: 2.992 cc, V6, TWIN-TURBO, 700 PS/8.000 rpm, 755 Nm/6.000 rpm & Η/Κ: 180 PS, 315 Nm, ΣΥΝΔΥΑΣΤΙΚΑ: 880 PS
ΜΠΑΤΑΡΙΑ: ΙΟΝΤΩΝ ΛΙΘΙΟΥ 7,45 kWh|
ΚΙΒΩΤΙΟ: ΑΥΤΟΜΑΤΟ ΔΙΠΛΟΥ ΣΥΜΠΛΕΚΤΗ, 8 ΣΧΕΣΕΩΝ
ΜΕΤΑΔΟΣΗ: ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΤΡΟΧΟΥΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ: ΔΙΠΛΑ ΨΑΛΙΔΙΑ (Ε/Π)
0-100 KM/H: 2,8”
ΤΕΛΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ: 330 km/h
ΜΕΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ: 8,9 lt/100 km (WLTP)
CO2: 218 g/km (WLTP)
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ (Μ/Π/Y): 4.625/1.968/1.181 mm
ΜΕΤΑΞΟΝΙΟ: 2.600 mm
ΒΑΡΟΣ: 1.410 kg
ΤΙΜΗ: Από 391.000 ευρώ (Ιταλία) – Ελλάδα 460.000 ευρώ (εκτίμηση)
Πηγή: newsauto.gr
