Τί γίνεται όταν μια παραγωγή χαμηλού κόστους αποφέρει κέρδη εκατομμυρίων;
Η ανεξάρτητη ταινία τρόμου «Obsession» έχει πετύχει κάτι το αξιοθαύμαστο: Κατάφερε να συγκεντρώσει 300 εκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο Box Office έχοντας προϋπολογισμό μόλις 750.000 δολαρίων.
To εντυπωσιακό κινηματογραφικό ντεμπούτο του 26χρονου σεναριογράφου και σκηνοθέτη Κάρι Μπάρκερ σηματοδοτεί και τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στην ιστορία της Focus Features αλλά και μια σημαντική επιβράβευση για τον παραγωγό ταινιών τρόμου Τζέισον Μπλουμ.
Ωστόσο, όπως αναφέρει ρεπορτάζ των New York Times, δεν επωφελήθηκαν όλοι από αυτή την τεράστια επιτυχία.
Αναζωπυρώνοντας τη συζήτηση για το ποιοι πρέπει να μοιράζονται τα κέρδη όταν μια μικρή παραγωγή μετατρέπεται σε παγκόσμιο φαινόμενο, η καλλιτεχνική διευθύντρια της ταινίας, Σάλι Τσόι, αποκάλυψε ότι για περίπου τρεις εβδομάδες εργασίας έλαβε αμοιβή 6.741,36 δολάρια.
Η ίδια ανέφερε μέσω των κοινωνικών δικτύων ότι είχε αποδεχθεί εξαρχής την αμοιβή. Οπως όμως εξήγησε, ανέλαβε πολλαπλούς ρόλους, όπως συμβαίνει συχνά στις παραγωγές χαμηλού προϋπολογισμού, ενώ η εργασία είχε σημαντικό σωματικό και ψυχικό κόστος για την ίδια.
«Αυτή είναι η πραγματικότητα για τους περισσότερους επαγγελματίες του κινηματογράφου, ιδιαίτερα για όσους εργάζονται πίσω από τις κάμερες», έγραψε. «Καταλήγουμε να αποτελούμε απλώς ένα νούμερο στον προϋπολογισμό που πρέπει να διατηρηθεί όσο το δυνατόν χαμηλότερα».
Η υπόθεση επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της συμμετοχής των συντελεστών στα κέρδη καθώς αντίστοιχες συζητήσεις είχαν προκύψει και στο παρελθόν. Το «Obsession» δεν είναι η πρώτη ταινία τρόμου που ξεπερνά κάθε προσδοκία. Το ίδιο είχε συμβεί το 1999 με το «The Blair Witch Project», το οποίο απέφερε σχεδόν 250 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως με προϋπολογισμό περίπου 60.000 δολαρίων.
Σε συνέντευξη, ο συνδημιουργός της ταινίας, Εντουάρντο Σάντσες, δήλωσε ότι τότε προσπάθησαν να ανταμείψουν όσο το δυνατόν περισσότερους συνεργάτες τους, διανέμοντας μέρος των κερδών και προσφέροντας επιπλέον αμοιβές σε μέλη του συνεργείου που θεωρούσαν ότι είχαν αδικηθεί οικονομικά.
Στην περίπτωση του «Obsession» πάντως, δεν ήταν λίγοι εκείνοι αντέδρασαν στις δηλώσεις της Τσόι, υποστηρίζοντας ότι είχε συμφωνήσει εξαρχής στην αμοιβή της και ότι δεν δικαιούται μεγαλύτερο μερίδιο μόνο και μόνο επειδή η ταινία σημείωσε τεράστια επιτυχία.
Οι επικριτές της υποστηρίζουν ότι αυτοί που αποκομίζουν τα μεγαλύτερα οφέλη όταν μια ταινία σημειώνει επιτυχία, είναι συνήθως και εκείνοι που έχουν αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού ρίσκου.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται εναλλακτικά μοντέλα διανομής κερδών σε κινηματογραφικές παραγωγές. Η ομάδα πίσω από την ταινία «Sing Sing» διαμόρφωσε ένα πλαίσιο συμμετοχής στα κέρδη, με όλους τους συντελεστές, συμπεριλαμβανομένου του υποψήφιου για Όσκαρ Κόλμαν Ντομίνγκο, να λαμβάνουν την ίδια αμοιβή. Παρόμοιο μοντέλο διανομής κερδών εφάρμοσε και η Ζεντάγια στην ταινία «Malcolm & Marie» του 2021.
Ο Ζακ Λαρέζ, καλλιτέχνης storyboard και συμπρόεδρος της Επιτροπής Νέων Καλλιτεχνών του συνδικάτου Art Directors Guild, αμφισβητεί την άποψη ότι τα μέλη των κινηματογραφικών συνεργείων δεν αναλαμβάνουν ρίσκο, όταν συμμετέχουν σε μια παραγωγή. Συγκεκριμένα, εξήγησε ότι όταν εργαζόμενοι αποδέχονται χαμηλές αμοιβές σε ανεξάρτητες παραγωγές, ουσιαστικά μειώνουν και το οικονομικό ρίσκο των επενδυτών.
Από την πλευρά της, η παραγωγός και καθηγήτρια κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, Μάινετ Λούι, τονίζει ότι στούντιο και συνδικάτα πρέπει να συνεργαστούν ώστε να βρεθούν λύσεις που θα επιτρέπουν την υλοποίηση χαμηλού προϋπολογισμού παραγωγών, διασφαλίζοντας παράλληλα δικαιότερη κατανομή των οικονομικών οφελών μεταξύ όλων των συντελεστών.
Η Λούι επαίνεσε την Τσόι επειδή ανέδειξε το θέμα, σημειώνοντας ότι η αμοιβή περίπου 300 δολαρίων την ημέρα για εργασία σε μια ταινία που ξεπέρασε τα 300 εκατομμύρια δολάρια σε παγκόσμιες εισπράξεις δεν μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη.
Πηγή: ogdoo.gr
