Η απάντηση στο ερώτημα αν η αποχή από τις πλατφόρμες αυτές οδηγεί τελικά σε μεγαλύτερη ευτυχία ή εντείνει το αίσθημα μοναξιάς αποδεικνύεται σύνθετη.
ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ ΜΕ ΑΙ
Οι νεότερες γενιές, μεγαλώνοντας σε περιβάλλον συνεχούς ψηφιακής παρουσίας, αναζητούν όλο και περισσότερο την αποσύνδεση από τα Social Media, επιδιώκοντας να αποφύγουν φαινόμενα όπως το doomscrolling και η υπερπληροφόρηση που προκαλούν άγχος.
Μελέτες, όπως αυτή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, δείχνουν ότι η αποχή από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσφέρει ήπια βελτίωση στη διάθεση, με τις επιπτώσεις να διαφέρουν ανάλογα με το δημογραφικό και τη χρήση, ενώ πολλοί αντικαθιστούν τον χρόνο με άλλες ψηφιακές δραστηριότητες.
Η απομάκρυνση από τα Social Media δεν οδηγεί αναγκαστικά σε απομόνωση, αρκεί να υπάρχουν εναλλακτικοί δίαυλοι επικοινωνίας. Η μεταβαλλόμενη φύση των πλατφορμών και οι επαγγελματικές ανάγκες καθιστούν την πλήρη αποχή δύσκολη ή αδύνατη για κάποιους χρήστες.
Η επιστημονική συναίνεση υπογραμμίζει τις αρνητικές επιπτώσεις της υπερβολικής χρήσης, επισημαίνοντας ότι η πλήρης αποχή δεν είναι πανάκεια. Η ουσία βρίσκεται στην αντικατάσταση του χρόνου των Social Media με άλλες δραστηριότητες που ενισχύουν την ψυχική ευεξία.
Ας είμαστε ειλικρινείς: Όλοι μας έχουμε σκεφτεί σε κάποιο σημείο της ζωής μας να σβήσουμε εντελώς τους προσωπικούς μας λογαριασμούς από Instagram, Facebook και Χ. Ωστόσο, η απάντηση στο ερώτημα αν η διαγραφή ή η αποχή από τις πλατφόρμες αυτές οδηγεί τελικά σε μεγαλύτερη ευτυχία ή εντείνει το αίσθημα μοναξιάς αποδεικνύεται πιο σύνθετη απ’ όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως.
Η συζήτηση γύρω από το λεγόμενο «logging off» -την εκούσια αποσύνδεση από τα Social Media- ενισχύεται ιδιαίτερα ανάμεσα στις νεότερες γενιές, που μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον συνεχούς ψηφιακής παρουσίας. Για πολλούς, η online ύπαρξη δεν αποτελεί επιλογή αλλά κανονικότητα, ενσωματωμένη στην εργασία, την κοινωνική ζωή και την ψυχαγωγία. Την ίδια στιγμή βέβαια, αυξάνεται η ανάγκη για αποστασιοποίηση από φαινόμενα όπως το doomscrolling, η αλγοριθμική κόπωση και η υπερπληροφόρηση, που συχνά συνδέονται με άγχος και ψυχική εξάντληση.
Τι υποστηρίζει η επιστημονική έρευνα
Η επιστημονική έρευνα προσφέρει μια λιγότερο απόλυτη εικόνα. Μεγάλης κλίμακας πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, που δημοσιεύθηκε στα πρακτικά της Εθνική Ακαδημία Επιστημών των Η.Π.Α, εξέτασε τη συμπεριφορά δεκάδων χιλιάδων χρηστών που απείχαν από πλατφόρμες όπως το Facebook και το Instagram για εβδομάδες. Τα αποτελέσματα έδειξαν μια ήπια βελτίωση στη συναισθηματική κατάσταση των συμμετεχόντων, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένης έντασης, όπως οι εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ωστόσο, η επίδραση δεν ήταν ομοιόμορφη. Η αποχή από το Instagram είχε πιο αισθητά θετικά αποτελέσματα κυρίως σε γυναίκες κάτω των 25 ετών, γεγονός που υποδεικνύει ότι οι επιπτώσεις των Social Media εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το δημογραφικό και το προφίλ χρήσης. Επιπλέον, η απομάκρυνση από τα κοινωνικά δίκτυα δεν σήμαινε απαραίτητα λιγότερο χρόνο στο διαδίκτυο συνολικά, καθώς πολλοί χρήστες αντικαθιστούσαν τη χρήση με άλλες ψηφιακές δραστηριότητες.
Πιο πρόσφατες έρευνες ενισχύουν την εικόνα αυτή. Μελέτη του Baruch College και του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης κατέγραψε ότι το 74% των φοιτητών που απείχαν από τα Social Media για μία εβδομάδα ανέφεραν βελτιωμένη διάθεση. Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό συμμετεχόντων, κυρίως εκείνοι που χρησιμοποιούσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με πιο καταναγκαστικό τρόπο, εμφάνισαν αρνητικά συναισθήματα κατά τη διάρκεια της αποχής και δυσκολεύτηκαν να τη διατηρήσουν.
Ο καθηγητής Όφιρ Τουρέλ επισημαίνει ότι οι χρήστες με έντονη εξάρτηση από τα Social Media μπορεί αρχικά να βιώσουν μεγαλύτερη δυσφορία όταν απομακρύνονται από αυτά, αλλά ταυτόχρονα είναι εκείνοι που έχουν και τα περισσότερα να κερδίσουν σε βάθος χρόνου, κυρίως μέσω της μείωσης του άγχους. Αντίθετα, οι πιο «μέτριοι» χρήστες φαίνεται να έχουν λιγότερα οφέλη αλλά και λιγότερες απώλειες από την αποχή.

Το ερώτημα της μοναξιάς
Το ερώτημα της μοναξιάς αποτελεί ένα δεύτερο κρίσιμο σκέλος της συζήτησης. Ο καθηγητής επικοινωνίας Τζέφρι Χολ από το Πανεπιστήμιο του Κάνσας υπογραμμίζει ότι η απομάκρυνση από τα Social Media δεν οδηγεί απαραίτητα σε απομόνωση, αλλά εξαρτάται από το κατά πόσο οι χρήστες χάνουν πρόσβαση σε κοινωνικά δίκτυα που δεν μπορούν να αναπαραχθούν εκτός διαδικτύου. «Όταν οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τις πλατφόρμες, συχνά μεταφέρουν την επικοινωνία τους σε άλλα μέσα, όπως τα μηνύματα ή τα ομαδικά chats», εξηγεί.
Η αίσθηση μοναξιάς εμφανίζεται κυρίως όταν δεν υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι επικοινωνίας ή όταν η ψηφιακή παρουσία λειτουργούσε ως βασικός δίαυλος κοινωνικής επαφής. Παράλληλα, η αποχή από τα Social Media μπορεί να μειώσει τη συνολική συχνότητα επικοινωνίας, καθώς οι πλατφόρμες λειτουργούν ως μηχανισμοί υπενθύμισης κοινωνικών γεγονότων, όπως γενέθλια ή σημαντικές στιγμές στη ζωή άλλων.
Πιο δύσκολη η αξιολόγηση των επιπτώσεών τους
Αξίζει να σημειωθεί, σύμφωνα με την έρευνα του Στάνφορντ, ότι η φύση των Social Media έχει μεταβληθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Η μετάβαση από πλατφόρμες που βασίζονται στην κοινωνική αλληλεπίδραση σε μοντέλα που δίνουν έμφαση σε περιεχόμενο από influencers και αλγοριθμικά επιλεγμένα βίντεο καθιστά πιο δύσκολη την αξιολόγηση των επιπτώσεων τους με βάση παλαιότερα δεδομένα. Η εμπειρία της «σύνδεσης» δεν είναι πλέον η ίδια, γεγονός που επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η αποχή.
Παράλληλα, η δυνατότητα αποσύνδεσης δεν είναι ίδια για όλους. Για επαγγελματίες που εξαρτώνται από τα Social Media για τη δουλειά τους ή για άτομα που χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες ως βασικό μέσο κοινωνικής επαφής, η πλήρης αποχή μπορεί να είναι πρακτικά αδύνατη. Σε άλλες περιπτώσεις, περιορισμοί και απαγορεύσεις, όπως οι πολιτικές που εξετάζονται για ανήλικους χρήστες σε χώρες όπως η Αυστραλία, δημιουργούν διαφορετικού τύπου προκλήσεις, οδηγώντας τους χρήστες σε εναλλακτικές πλατφόρμες ή τρόπους επικοινωνίας.

Η επιστημονική συναίνεση, πάντως, συγκλίνει σε ένα βασικό σημείο: Η υπερβολική χρήση των Social Media συνδέεται με αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, ενώ η πλήρης αποχή δεν αποτελεί απαραίτητα πανάκεια. Μελέτες δείχνουν ότι η «μέτρια» χρήση μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι πιο ωφέλιμη από την πλήρη αποχή, ιδίως όταν συμβάλλει στη διατήρηση κοινωνικών δεσμών.
Κάπως έτσι, η απόφαση για αποσύνδεση μετατρέπεται σε προσωπική επιλογή και όχι σε καθολική λύση. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν κάποιος απομακρύνεται από τα Social Media, αλλά και τι κάνει στη θέση τους. Η αντικατάσταση του χρόνου αυτού με άλλες δραστηριότητες, όπως η φυσική άσκηση, η κοινωνική επαφή ή η δημιουργική απασχόληση, φαίνεται να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το τελικό αποτέλεσμα.
«Δεν αρκεί απλώς να σταματήσεις», σημειώνει ο Χολ. «Πρέπει να υπάρχει και ένας στόχος για το τι θα κάνεις στη συνέχεια». Η παρατήρηση αυτή συνοψίζει τη βασική πρόκληση της ψηφιακής εποχής: Όχι απλώς την απομάκρυνση από τις οθόνες, αλλά την επαναδιαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο αξιοποιείται ο χρόνος εκτός αυτών.
Όπως λένε οι συντάκτες της έρευνας, «η αποσύνδεση δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ευτυχίας ή αιτία μοναξιάς. Αντίθετα, λειτουργεί ως εργαλείο που, ανάλογα με τη χρήση του, μπορεί είτε να ενισχύσει την ψυχική ευεξία είτε να αναδείξει τις ήδη υπάρχουσες ανάγκες και ελλείψεις στην κοινωνική ζωή του ατόμου».
Πηγή: iefimerida.gr
